Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Παρουσίαση του Δικτύου Ριζοσπαστικής Ψυχολογίας.


Η παρουσίαση της δράσης ενός δικτύου για την προαγωγή της ριζοσπαστικής ψυχολογίας στοχεύει στην εξοικείωση με ένα πεδίο της ψυχολογίας, το οποίο μπορεί να προσφέρει σημαντικότατες υπηρεσίες στην προαγωγή της ψυχικής υγείας. Είναι γεγονός ότι η συνεχιζόμενη απίσχναση του κράτους προνοίας, κάτω από την επίδραση ενός άκρατου ατομικιστικού οικονομικού φιλελευθερισμού, αποδυναμώνει και περιθωριοποιεί τέτοιες προσεγγίσεις. Για αυτό ακριβώς το λόγο χρειάζεται τα πορίσματά τους να παρουσιάζονται και να διαχέονται στην ευρύτερη κοινωνία σε κάθε ευκαιρία. Ακόμη και αν αυτά τα πορίσματα μερικές φορές αποτελούν σημείο αντιπαράθεσης και σύγκρουσης.

Αποτελεί ευδιάκριτο κοινωνικό φαινόμενο σε περιόδους υποχώρησης του κοινωνικού κράτους να υιοθετούνται επιστημονικές εξηγήσεις που επικεντρώνονται περισσότερο στο ατομικό επίπεδο ανάλυσης, είτε αυτό είναι βιολογικό είτε ψυχολογικό-ιδιοσυγκρασιακό. Σε τέτοιες περιόδους οι κοινωνικές ερμηνείες υποχωρούν. Η ριζοσπαστική ψυχολογία αναγνωρίζει την ιδιοτυπία των κοινωνικών επιστημών, η οποία περιορίζει αναγκαστικά τη δυνατότητα άσκησης αντικειμενικής επιστήμης κατά το πρότυπο των φυσικών επιστημών. Επιδιώκει την βελτίωση των κοινωνικών συνθηκών και αναζητά να φέρει στο φως ιδεολογικούς μηχανισμούς και κοινωνικές δυνάμεις που κρύβονται πίσω από την πρόφαση της αντικειμενικής κοινωνικής επιστήμης. Τόσο η παραδοσιακή ψυχολογία όσο και η ψυχιατρική αναλύονται μέσα από την ριζοσπαστική οπτική με τρόπο που να αναδεικνύει ακριβώς μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου που υποκρύπτονται. Με αυτό τον τρόπο προάγει την βελτίωση της ψυχικής υγείας συνολικά, καθώς η εναλλακτική της οπτική φωτίζει ένα σύστημα το οποίο δεν είναι ουδέτερο αλλά χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δυνάμεων με διακριτούς στόχους. Η επικράτηση κάποιας από αυτές τις δυνάμεις επηρεάζει και τη μορφή που παίρνει η φροντίδα για την ψυχική υγεία μέσα στην κοινωνία .


Το δίκτυο ριζοσπαστικής ψυχολογίας ιδρύθηκε στον Καναδά το 1993. Στόχο έχει να τροποποιήσει την εστίαση της επιστήμης της ψυχολογίας. Η κοινωνική αλλαγή σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση αποτελεί σημαντικότερη αναζήτηση από τις μικρές προσωπικές αλλαγές που συνήθως επιδιώκει η ψυχολογία. Για την επίτευξη αυτού του στόχου είναι απαραίτητο να αναγνωρίσει και η ψυχολογία το μερίδιο της ευθύνης της στα φαινόμενα καταπίεσης του ατόμου μέσα από επιστημονικοφανείς μεθόδους. Υπάρχει η τάση η κατηγορία αυτή να αποδίδεται κυρίως στην επιστήμη της ψυχιατρικής. Όμως και η ψυχολογία φέρει μερίδιο της ευθύνης. Η ευθύνη αυτή εντοπίζεται κυρίως στην επικράτηση εντός των κόλπων της επαγγελματικής ψυχολογίας μίας άκριτα ατομοκεντρικής προσέγγισης. Σε ακαδημαϊκό επίπεδο βέβαια υπάρχουν κλάδοι της ψυχολογίας με ανεπτυγμένη την εξέταση των κοινωνικών παραγόντων, όπως είναι η κοινωνική ψυχολογία. Όμως στο επίπεδο της εφαρμοσμένης επιστήμης και της κλινικής πρακτικής επικρατεί μία θέαση του ανθρώπου που υποβαθμίζει το ρόλο των κοινωνικών μεταβλητών στην εκδήλωση φυσιολογικών και παθολογικών συμπεριφορών. Η τάση αυτή, όπως προαναφέρθηκε, ταιριάζει με την έκφραση των ευρύτερων κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία. Η επικράτηση των νεοφιλελεύθερων μορφών οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης ευνοεί την αναπαράσταση του ανθρώπου ως φορέα δράσης, που λειτουργεί με δική του ευθύνη, σχεδόν ως ανεξάρτητη μονάδα. Οι επιτυχίες του αλλά και οι αποτυχίες του εμφανίζονται αποκομμένες από τις κοινωνικές συνθήκες του περιβάλλοντός του. Αποθεώνεται η ατομική ελευθερία και υπευθυνότητα. Όταν προκύπτει η δυσλειτουργική συμπεριφορά τα αίτια δεν αναζητούνται στις κοινωνικές συνθήκες αλλά σε παράγοντες ιδιοσυγκρασίας και βιοχημικής εγκεφαλικής ανισορροπίας. Η εκτεταμένη αναζήτηση γονιδιακών εξηγήσεων για κάθε μορφή συμπεριφοράς «φυσιολογικής ή μη, από τη χαρτοπαιξία ως την έκφραση θρησκευτικού συναισθήματος αποτελεί την σχεδόν κωμική αλλά υπαρκτή διάσταση της παραπάνω τάσης.

Για να παρουσιαστούν οι θέσεις του δικτύου ριζοσπαστικής ψυχολογίας θα ήταν χρήσιμη η παρουσίαση ενός αντιπροσωπευτικού άρθρου από το περιοδικό ριζοσπαστική ψυχολογία (radical psychology) που εκδίδει το δίκτυο. Η Christina Martens στο τρέχον τεύχος του περιοδικού αναλύει διαχρονικά τα όρια μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού χρησιμοποιώντας τα παραδείγματα της διπολικής διαταραχής, η οποία παλαιότερα ήταν γνωστή ως μανιοκατάθλιψη και της οριακής διαταραχής προσωπικότητας. Στο άρθρο η Martens εμφανίζεται επιφυλακτική στη χρήση του όρου διαταραχή, καθώς θεωρεί ότι πρόκειται για ένα αμφιλεγόμενο όρο, όταν σχετίζεται με συμπεριφορές. Η ανάλυσή της εμπλέκει την έννοια της ασθένειας με την έννοια της συμμετοχής στην ιδιότητα του πολίτη.
Φράση κλειδί για την ανάλυσή της αποτελεί η μετατόπιση από την έννοια του κακού στην έννοια του τρέλου (from bad to mad) και κατόπιν στην έννοια του ανήμπορου, μετατόπιση που σηματοδοτεί την κυριαρχία της ψυχιατρικής ως θεσμού αρμόδιου για τη διάκριση παθολογικής ή μη συμπεριφοράς. Τελικά αυτό που διακυβεύεται είναι η δυνατότητα κάποιου να μετέχει στην ιδιότητα του πολίτη. Ό,τι πριν προσλαμβανόταν ως κακό, ανήθικο και εγκληματικό στη συμπεριφορά των ατόμων με ψυχικά προβλήματα, στη συνέχεια κατηγοριοποιήθηκε ως σύμπτωμα ασθένειας, το οποίο νομοτελειακά επιφέρει την αναπηρία, ή τουλάχιστον την αδυναμία. Η αναπηρία στερεί από το φορέα της τη δυνατότητα να δρα ως πολίτης. Η ανάλυση της Martens αναδεικνύει μία ιδιαίτερη διάσταση της ιδιότητας του πολίτη. Πρόκειται για την ιδιαίτερη σημασία της ανεξάρτητης οικονομικής και ειδικότερα καταναλωτικής δράσης. Τα δύο φαινόμενα συμπίπτουν χρονικά. Την ίδια περίοδο που αποκρυσταλλώνεται από την ψυχιατρική μία κατηγοριοποίηση παθολογικών και φυσιολογικών συμπεριφορών ταυτόχρονα διαμορφώνεται το πρότυπο του πολίτη-καταναλωτή, ο οποίος εξαντλεί την ελευθερία που πηγάζει από αυτή την ιδιότητα στην άσκηση μία υπεύθυνης καταναλωτικής συμπεριφοράς. Ο πολίτης-καταναλωτής οφείλει να διαχειρίζεται με υπευθυνότητα τις οικονομικές του συμπεριφορές. Παρουσιάζεται ως ένα ενεργητικό και ανεξάρτητο οικονομικό υποκείμενο που με τις συμπεριφορές του προάγει την παραγωγικότητα και τονώνει την κατανάλωση. Συμπεριφορές που αποκλίνουν από το παραπάνω πρότυπο οδηγούν στη μερική ή ολική απώλεια της ιδιότητας του πολίτη. Η απώλεια της ψυχικής υγείας οδηγεί πρακτικά στο να χάνει κάποιος τα δικαιώματα εκείνα που χαρακτηρίζουν το ρόλο του ως ενεργού πολίτη. Ειδικά οι ψυχοπαθολογικές κατηγορίες της οριακής διαταραχής προσωπικότητας και της διπολικής διαταραχής μπορούν να αναλυθούν ιδιαίτερα γόνιμα μέσα από αυτό το πρίσμα.


Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας περιγράφει ένα πρότυπο συμπεριφοράς, όπου κυριαρχούν η αδυναμία να διατηρήσει κάποιος μία παραγωγική εργασία, τα προβλήματα με το νόμο και οι επικίνδυνες πρακτικές καθώς και η απουσία θετικών και ήρεμων διαπροσωπικών σχέσεων. Αντίστοιχα η διπολική διαταραχή προσωπικότητας ταυτίζεται με την έλλειψη παραγωγικότητας τόσο στην καταθλιπτική φάση της, όπου υπάρχει απόσυρση από τη δράση, όσο και κατά τη μανιακή φάση, όπου συχνά επιδεικνύονται υπερβολικά σπάταλες και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Η διπολική διαταραχή αποτελεί διαταραχή του συναισθήματος. Υπό αυτή την έννοια τα προβλήματα συμπεριφοράς που εμφανίζονται θεωρούνται ως αποτέλεσμα των προβλημάτων του συναισθήματος. Αντίστροφα, η οριακή διαταραχή προσωπικότητας θεωρείται περισσότερο ως ένα δυσλειτουργικό πρότυπο συμπεριφοράς και οργάνωσης της προσωπικότητας, το οποίο έχει παγιωθεί μέτά από αποτυχημένες αλληλεπιδράσεις με το περιβάλλον. Υπό αυτή την έννοια τα προβλήματα του συναισθήματος που παρουσιάζονται αντιμετωπίζονται ως αποτέλεσμα της προβληματικής συμπεριφοράς. Το κοινό σημείο βρίσκεται στην αποτυχία του ατόμου να λειτουργήσει με τον τρόπο που αναμένεται κοινωνικά από αυτό, κυρίως ως προς την παραγωγικότητα. Για τη Martens αυτή η διάσταση συνδέει μεταξύ τους τις δύο αυτές ψυχοπαθολογικές κατηγορίες και εν πολλοίς σχετίζεται με την αποκρυστάλλωσή τους ως ξεχωριστών νοσογραφικών οντοτήτων.
Η ανάλυση ψυχοπαθολογικών οντοτήτων μέσα από το πρίσμα κοινωνικών και ιστορικών λειτουργιών αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της ριζοσπαστικής προσέγγισης στην ψυχολογία. Η χρησιμότητα της δεν μπορεί να υποτιμηθεί, καθώς αποτελεί τη διαλλεκτική αντίθεση στον ακραίο θετικισμό, τον αναγωγισμό και τον μεθοδολογικό ατομικισμό που έχει επικρατήσει πλέον στην επιστήμη της ψυχολογίας.

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010

Σεμινάριο “Hearing Voices” . Ακούγοντας φωνές και ζώντας με αυτές.






Την εβδομάδα από 22/2 έως 27/2 2010 πραγματοποιήθηκαν πέντε συναντήσεις στα πλαίσια του σεμιναρίου "Hearing Voices". Οι συναντήσεις έγιναν σε διαφορετικά σημεία της Αθήνας. Στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, σε χώρο του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών και στο Παγκόσμιο Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ελληνισμού της Διασποράς. Στόχος του σεμιναρίου υπήρξε η εξοικείωση του ελληνικού κοινού με τις δραστηριότητες του δικτύου "Hearing Voices". Πριν εξετάσουμε κατά πόσο το σεμινάριο υπήρξε επιτυχές χρειάζεται να παρουσιάσουμε δύο λόγια για το δίκτυο, όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται:
"Το δίκτυο Hearing Voices (HV) ξεκίνησε το 1988 από την Ολλανδία όταν ο ψυχίατρος Marius Romme έλαβε σοβαρά υπόψη τις κριτικές απόψεις μιας γυναίκας που τον επισκεπτόταν επειδή άκουγε φωνές και αμφισβητούσε την αντιμετώπιση που πρότεινε το ορθόδοξο ψυχιατρικό μοντέλο. Αντί της αντιμετώπισης τέτοιων και ανάλογων εμπειριών ως “κούφια” συμπτώματα που στοιχειοθετούν ένα ψυχιατρικό σύνδρομο (π.χ. σχιζοφρένεια), το κίνημα Hearing Voices προτείνει σεβασμό για το νόημα κάθε βιώματος, μια ολιστική προσέγγιση και αποδοχή. Στην Αγγλία σήμερα υπάρχουν 195 ομάδες αυτοβοήθειας HV. Ομάδες υπάρχουν ακόμη σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στην Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία, στην Ιαπωνία, στην Παλαιστίνη και στις ΗΠΑ.
Μερικά χρόνια αργότερα, στην Αγγλία, εμπνεόμενο από τις βασικές αρχές του Hearing Voices, ξεκινά το Paranoia Network και επικεντρώνει στις «ασυνήθιστες» πεποιθήσεις οι οποίες συνήθως ταξινομούνται ως «παραληρηματικές ιδέες». Ενάντια στην παθολογικοποίηση κάθε ανθρώπινης εμπειρίας, οι ομάδες αυτές βάζουν μπροστά τη δημιουργικότητα και την ενεργό δράση όσων θέλουν να μιλήσουν ανοιχτά για ό, τι τους ταλαιπωρεί, ή να καταθέσουν την εμπειρία τους σχετικά με τους τρόπους που οι ίδιοι βρήκαν για να αντιμετωπίσουν δύσκολες στιγμές.
Το σεμινάριο λοιπόν στοχεύει στο να δουλέψουμε πάνω σε εμπειρίες οι οποίες αντί να εκλαμβάνονται ως «μέρος ενός προβλήματος» μπορούν να γίνουν «μέρος της λύσης του προβλήματος». Η λογική του να λαμβάνεται υπόψη το περιεχόμενο των φωνών έχει να κάνει όχι μόνο με την υποστήριξη της ανάπτυξης ψυχολογικών παρεμβάσεων αλλά και με την απομάκρυνση από το μοντέλο της ασθένειας και την αντιμετώπιση των φωνών ως ένα τμήμα της ανθρώπινης εμπειρίας
. "
Το δίκτυο αποτελεί έκφραση ενός ευρύτερου κινήματος με ένα σημαντικό στόχο. Να επιτύχει την αλλαγή της στάσης απέναντι στις ακουστικές ψευδαισθήσεις και κατ'επέκταση την ψυχική ασθένεια. Το μήνυμα της αλλαγής δεν απευθύνεται στην ψυχιατρική κοινότητα αλλά στην ευρύτερη κοινωνία. Το κίνημα θεωρεί ότι πρώτα πρέπει να πειστεί η κοινωνία ότι οι ακουστικές εμπειρίες αυτού του είδους δεν εντάσσονται ικανοποιητικά στο μοντέλο της ασθένειας. Άλλωστε σύμφωνα με αυτούς το παραδοσιακό μοντέλο της ψυχικής ασθένειας είναι προβληματικό. Υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα, που πηγάζουν από τις φωνές δεν προέρχονται από αυτή καθ'εαυτή την ύπαρξη των φωνών αλλά από τις δυσκολίες των ατόμων να τις διαχειριστούν σε ένα περιβάλλον, όπου όλοι τις θεωρούν σύμπτωμα σοβαρής ασθένειας. Όταν επιτευχθεί η αλλαγή στάσης της ευρύτερης κοινωνίας η ψυχιατρική κοινότητα θα αναγκαστεί να ακολουθήσει.
Παρουσιάστηκαν αφηγήσεις από άτομα τα οποία σήμερα ακούν φωνές, αλλά διατηρούν ένα υψηλότατο επίπεδο λειτουργικότητας. Οι εμπειρίες τους από τις ορθόδοξες ψυχιατρικές παρεμβάσεις υπήρξαν αρνητικές. Κάποιοι από αυτούς θεωρούν την παραδοσιακή ψυχιατρική ισοπεδωτική και κακοποιητική. Περιέγραψαν τις τεχνικές και τους τρόπους με τους οποίους έμαθαν να καθιστούν τις φωνές που ακούν ουδέτερες εμπειρίες, που δεν δυσκολεύουν την καθημερινότητά τους. Κάποιοι από αυτούς αναγνώρισαν ακόμη και θετικά στοιχεία στις φωνές που ακούν, με την έννοια ότι η εμφάνιση των φωνών λειτουργεί προειδοποιητικά, ως ένδειξη αυξημένου στρες στον οργανισμό.
Το κίνημα δίνει μεγάλη σημασία στο περιεχόμενο των ακουστικών ψευδαισθήσεων. Καθώς αποφεύγει να τις θεωρεί ένδειξη ψυχοπαθολογίας δέχεται τις περισσότερες από τις δυνατές ερμηνείες για την προέλευσή τους. Δεν απορρίπτει ακόμη και έκδηλα μεταφυσικές ή πνευματιστικές ερμηνείες διατηρώντας μίαν αυστηρή ουδετερότητα. Αντίστοιχα αν και δεν δηλώνει ρητά ότι υιοθετεί κάποια συγκεκριμένη ψυχολογική ερμηνεία, θεωρεί ότι οι φωνές σχετίζονται με περιστατικά της ζωής του ατόμου, ιδίως τραυματικές εμπειρίες. Η θέση αυτή μοιάζει να δέχεται ψυχαναλυτικές επιρροές. Σε τούτο συνηγορεί το γεγονός ότι το περιεχόμενο των λεγομένων των φωνών αναλύεται, ώστε να έλθουν στην επιφάνεια σημεία που ως τότε διέφευγαν της προσοχής.
Βέβαια υπάρχει μία ευκαμψία σχετικά με τον τρόπο χειρισμού των φωνών που δεν περιορίζεται στην ανάλυσή τους. Οι συμμετέχοντες ενθαρρύνονται να παρουσιάζουν - αν έχουν - κάποια στρατηγική ή προσέγγιση που τους φάνηκε χρήσιμη στη διαχείριση των φωνών. Οι εμψυχωτές (facilitators) δεν διστάζουν να ωθήσουν τους συμμετέχοντες να αλληλεπιδράσουν με τις φωνές, να τις ελέγξουν, να τις οριοθετήσουν ή και να τις διατάξουν να σωπάσουν αν είναι εφικτό.
Κάτι που στην παραδοσιακή ψυχιατρική αντιμετωπίζεται είτε ως ανώφελο, είτε ως δυνητικά επικίνδυνο, εδώ λαμβάνει μία κεντρική θέση και καθίσταται βασικό σημείο για την ανάρρωση. Η προσέγγιση αυτή είναι σχετικά νέα στη χώρα μας. Η ενασχόληση με το περιεχόμενο του λόγου των φωνών έχει υποστηριχθεί ότι μπορεί να παρασύρει τον θεραπευτή στον ψυχωτικό κόσμο του ασθενους σε μία αδιέξοδη διαπραγμάτευση. Συνήθως οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν ενθαρρύνονται να ασχολούνται με τις φωνές. Αναμένουν την εξάλειψή τους μέσα από τη χρήση ψυχοφαρμάκων. Η προσέγγιση του κινήματος περισσότερο από κάθε τι άλλο υπογραμμίζει την ανάγκη για σεβασμό στην εμπειρία του ατόμου. Πρόκειται για μία έκφραση ολιστικής και βιοψυχοκοινωνικής προσέγγισης.
Τα μέλη του δικτύου που παρουσίασαν τις δράσεις και τις μεθόδους τους πέρα από τους γενικούς στόχος της γνωριμίας του κοινού με το κίνημα θέλησαν να δημιουργήσουν τις πρώτες δικτυώσεις για τη δραστηριοποίηση του δικτύου στην Ελλάδα από Έλληνες. Οργανωμένα δίκτυα "Hearing Voices" υπάρχουν σε περισσότερες από 30 χωρες στον κόσμο, αλλά όχι στην Ελλάδα. Καθώς πρόκειται για μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εξέλιξη στο χώρο της ψυχικής υγείας κάθε σχετική εξέλιξη με το θέμα θα παρουσιάζεται στο παρόν ιστολόγιο.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010

Σε αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών πραγματοποιήθηκε η πρώτη Ημερίδα Οργανωτικής Ψυχολογίας της Ελληνικής Ψυχολογικής Εταιρείας





Τίτλος της ημερίδας ήταν "Σύγχρονες Ερευνητικές Προσεγγίσεις στην Εργασιακή και Οργανωσιακή Ψυχολογία". Παρουσιάστηκαν πρωτότυπες έρευνες από Έλληνες ερευνητές του χώρου καθώς και οι κυρίαρχες τάσεις της διεθνούς έρευνας στην παρούσα χρονική στιγμή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν οι ακόλουθες εισηγήσεις, των οποίων τα κεντρικά σημεία παρουσιάζονται παρακάτω:




Η Λέκτορας του Πανεπιστημίου Αιγαίου κα Μαρία Σίμωση παρουσίασε εισήγηση με τίτλο : "Μορφές οργανωσιακής υποστήριξης: Ο ρόλος τους στη δημιουργία οργανωσιακής δέσμευσης". Μέσα από την εισήγηση της κυρίας Σίμωση αναδείχθηκε ο ρόλος της υποστήριξης από την πλευρά μίας οργάνωσης προς τον εργαζόμενο. Η υποστήριξη αυτή αντιπαρατέθηκε προς την υποστήριξη που λαμβάνει ένας εργαζόμενος από τον προϊστάμενο, καθώς και από τους συναδέλφους του. Τα ερευνητικά ευρήματα της κυρίας Σίμωση κατέδειξαν ότι οι διαφορετικές μορφές υποστήριξης οδηγούν σε διαφορετικές ποιότητες δέσμευσης του εργαζομένου προς την οργάνωση στην οποία εργάζεται.


Η Δρ. Διοδώρα Δημητρίου παρουσίασε εισήγηση με τίτλο : "Θετική οργανωτική κουλτούρα: Η έννοια και η μέτρησή της". Η Δρ Δημητρίου επιχείρησε με την έρευνά της να οριοθετήσει και να μετρήσει τα χαρακτηριστικά της θετικής οργανωτικής κουλτούρας. Για το λόγο αυτό κατασκεύασε και χορήγησε ερωτηματολόγιο σε δείγμα εργαζομένων, του οποίου τα αποτελέσματα επεξεργάστηκε στατιστικά. Τα ευρήματά της κατέδειξαν ότι η θετική οργανωτική κουλτούρα διαθέτει δύο βασικές διαστάσεις. Την ύπαρξη Νοήματος στα πλαίσια μίας εργασίας και την Ψυχολογική Παρουσία εντός των ιδίων πλαισίων. Η πρώτη διάσταση περιλαμβάνει ένα σύνολο από παράγοντες όπως τη φιλοσοφία, τις αρχές και την ταυτότητα μίας οργάνωσης. Κάθε εργαζόμενος με την πρόσληψή του αντιπαραβάλλει αυτά τα στοιχεία με τη δική του ψυχολογική πραγματικότητα. Σε περίπτωση που συμπίπτουν βιώνει την οργανωτική κουλτούρα ως θετική. Η διάσταση της ψυχολογική παρουσίας περιλαμβάνει μία σειρά από παράγοντες, όπως την ενδυνάμωση που η οργάνωση του παρέχει, η επικοινωνία η ελευθερία έκφρασης.


Η Επιστημονική Συνεργάτης του προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών "Βασική και Εφαρμοσμένη Γνωσιακή Επιστήμη" κα Αθηνά Ξενικού παρουσίασε εισήγηση με τίτλο : "Οργανωσιακές αξίες και πρακτικές στην πρόβλεψη της οργανωσιακής ταύτισης και της εργασιακής ικανοποίησης". Η κα Ξενικού στην έρευνά της μελέτησε τη σχέση του αισθήματος του ανήκειν σε μία οργάνωση με τις αξίες και πρακτικές, που υιοθετεί η οργάνωση αυτή. Κεντρική θέση της έρευνας υπήρξε η ανάδειξη της διαμεσολάβησης της εργασιακής ικανοποίησης από τις αξίες και πρακτικές της οργάνωσης ως παράγοντας που εγκαθιδρύει ένα σταθερό και αυθεντικό αίσθημα του ανήκειν στην οργάνωση.

Ο Επίκουρος Καθηγητής Οργανωσιακής Συμπεριφοράς του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών κος Ιωάννης Νικολάου παρουσίασε εισήγηση με τίτλο : "Θετικές οργανωσιακές συμπεριφορές και ο ρόλος των ατομικών διαφορών : Μία διερευνητική μελέτη στην Ελλάδα". Ο κος Νικολάου με τα προκαταρκτικά ευρήματα της έρευνας που παρουσίασε επιβεβαίωσε τη σημασία του τύπου προσωπικότητας, ως παράγοντα πρόβλεψης θετικών οργανωσιακών συμπεριφορών. Χρησιμοποίησε στην έρευνά του την τυπολογία προσωπικότητας των πέντε παραγόντων (Big 5) και ανέδειξε συσχέτιση ανάμεσα στους παράγοντες της ευσυνειδησίας και της ψυχολογικής σταθερότητας με θετικές οργανωσιακές συμπεριφορές, όπως την δέσμευση στην εργασία, την εργασιακή ανάπτυξη και άνθιση, την ανθεκτικότητα και την εργασιακή ικανοποίηση.

Τέλος ο Λέκτορας Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κος Αλέξανδρος Αντωνίου παρουσίασε εισήγηση με τίτλο: "Ερευνητικά δεδομένα σε θέματα εργασιακής υγείας και ευημερίας του ιατρικού, νοσηλευτικού και διοικητικού προσωπικού των νοσοκομείων στην Ελλάδα". Ο κος Αντωνίου συνέκρινε έρευνες που αφορούν την ελληνική πραγματικότητα με αντίστοιχες του εξωτερικού. Άξονας των ερευνών υπήρξε ο ρόλος του εργασιακού άγχους σε γιατρούς και άλλους επαγγελματίες του χώρου της υγείας. Παρουσιάστηκαν οι επιπτώσεις του άγχους στους επαγγελματίες καθώς και οι μηχανισμοί copping που συνήθως αναπτύσσουν για να ανταπεξέλθουν σε αυτό. Αν και παρουσιάστηκαν λεπτομερώς πολλές επιπτώσεις του εργασιακού άγχους ξεχώρισαν οι επιπτώσεις εκείνες που καταδεικνύουν ότι το παρατεταμένο εργασιακό άγχος οδηγεί προοδευτικά σε μειωμένη απόδοση του ιατρικού προσωπικού κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Παρουσιάζεται απώλεια ενδιαφέροντος για την εργασία, μετατόπιση ευθυνών και αντιδεοντολογικές πρακτικές.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Duke εντοπίζει ενδείξεις στην παιδική ηλικία για μελλοντική εκδήλωση σχιζοφρένειας


Μία σειρά από προβλήματα σε νοητικές λειτουργίες, όπως η μνήμη εργασίας, η προσοχή και η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών παρουσιάζονται νωρίς σε άτομα που αργότερα θα εκδηλώσουν σχιζοφρένεια.

Αυτό προέκυψε από έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Duke και συμμετείχαν 1.000 Νεοζηλανδοί οι οποίοι γεννήθηκαν τα έτη 1972 και 1973. Μελετήθηκαν από τα παιδικά τους χρόνια μέχρι την εποχή της δημοσίευσης της έρευνας. Συγκεκριμένα οι γνωστικές τους δεξιότητες μετρήθηκαν στις ηλικίες των 3, 5, 7, 9, 11 και 13. Τώρα πια οι συμμετέχοντες στην έρευνα διανύουν την τρίτη δεκαετία της ζωής τους. Σε αυτή την ηλικία η ασθένεια έχει πλέον εκδηλωθεί στους περισσότερους από αυτούς που επρόκειτο να νοσήσουν. Οι ερευνητές έχοντας στη διάθεσή τους τις προηγούμενες μετρήσεις για εκείνους που σήμερα νοσούν, μπόρεσαν να εξαγάγουν κάποια πολύ χρήσιμα συμπεράσματα. Το θετικό με αυτή τη διαχρονική έρευνα συνίσταται στο ότι συγκέντρωσε μετρήσεις για άτομα που αργότερα θα νοσούσαν σε ανύποπτο χρόνο. Τα άτομα αυτά αποτελούσαν μέρος του δείγματος ανάμεσα στα 1.000 άτομα χωρίς τότε κανείς να γνωρίζει ότι θα εκδήλωναν σχιζοφρένεια. Τώρα που έχουν νοσήσει οι ερευνητές μπορούν να επιστρέψουν στις μετρήσεις της παιδικής ηλικίας και να αναζητήσουν τυχόν αναπτυξιακές διαφοροποιήσεις με τα υπόλοιπα μέλη του δείγματος. Κάνοντας ακριβώς αυτό εντόπισαν κάποια ευδιάκριτα χαρακτηριστικά.
Τα παιδιά που αργότερα νόσησαν παρουσίασαν φτωχότερες επιδόσεις από την αρχή των μετρήσεων. Οι γλωσσικές τους δεξιότητες φαίνονται από την αρχή λιγότερο ανεπτυγμένες. Η μνήμη τους και μάλιστα η μνήμη εργασίας (μνήμη που αφορά τη συγκράτηση πρόσφατων πληροφοριών) αποδίδει λιγότερο, ενώ η επεξεργασία γλωσσικών πληροφοριών παρουσιάζεται ελλειμματική.
Είναι από καιρό γνωστό ότι τα άτομα με σχιζοφρένεια υπολείπονται 8 μονάδων κατά μέσο όρο από το γενικό πληθυσμό ως προς το δείκτη νοημοσύνης. Όμως η έρευνα του πανεπιστημίου του Duke παρείχε πιο εκλεπτυσμένες μετρήσεις πάνω σε ειδικές γνωστικές λειτουργίες κατά την πορεία της ανάπτυξης. Έδειξε ότι από την αρχή της αναπτυξιακής πορείας, τα άτομα που αργότερα εκδηλώνουν σχιζοφρένεια, παρουσιάζουν μικρές αλλά μετρήσιμες αναπτυξιακές δυσκολίες ως προς βασικές γνωστικές λειτουργίες. Η έρευνα θα παρουσιαστεί στο τεύχος Φεβρουαρίου της επιστημονικής επιθεώρησης American Journal of Psychiatry. Όπως δήλωσε ένας από τους βασικούς ερευνητές, ο καθηγητής Ψυχολογίας και Νευροεπιστημών στο Πανεπιστήμιο Duke Avshalom Caspi , δεν γνωρίζουμε ακόμη με ακρίβεια πώς και γιατί εκδηλώνεται αργότερα η σχιζοφρένεια, άλλα η έρευνα παρέχει πολύτιμα στοιχεία για την πορεία προς την εκδήλωση της νόσου.
Αναφορικά με τις πρακτικές εφαρμογές τις έρευνας χρειάζεται να δοθεί μεγάλη προσοχή. Τα παιδιά, που παρουσίασαν φτωχές επιδόσεις στις διαχρονικές μετρήσεις, υπήρξαν πολύ περισσότερα από εκείνα που εκδήλωσαν τελικά σχιζοφρένεια. Η αναλογία υπήρξε περίπου 20 προς 1. Επομένως σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι ο εντοπισμός των συγκεκριμένων γνωστικών δυσκολιών αποτελεί ασφαλή μέθοδο για την πρώιμη διάγνωση της σχιζοφρένειας. Με το ίδιο σκεπτικό οποιαδήποτε σκέψη για προληπτική χορήγηση ψυχοφαρμάκων σε όλα τα παιδιά με τις συγκεκριμένες γνωστικές δυσκολίες , ώστε να προληφθεί η εκδήλωση της νόσου σε μεταγενέστερο στάδιο, θα ήταν επίφοβη ενέργεια. Για να προστατευθεί ένα παιδί θα υπήρχε ο κίνδυνος για ενδεχόμενες παρενέργειες σε άλλα 19 παιδιά χωρίς λόγο. Όμως πρώιμες παρεμβάσεις γνωσιακού τύπου θα ήσαν ευεργετικές για όλους χωρίς τους κινδύνους της φαρμακοθεραπείας.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης και ποιότητα κοινωνικών σχέσεων




Έρευνα καταδεικνύει ότι οι θετικές ή οι αρνητικές συνέπειες από τη χρήση εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης μέσα από τους ιστοτόπους Facebook και Myspace εξαρτώνται από την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων που κάποιος έχει ήδη αναπτύξει.
Η καθηγήτρια Mikami του πανεπιστημίου της Βιρτζίνια θέλησε να ερευνήσει την ποιότητα των σχέσεων, που αναπτύσσουν οι νέοι μέσα στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook και το Myspace. Είχε στη διάθεσή της αξιολογήσεις, που έγιναν πριν οκτώ χρόνια σε νεαρούς εφήβους αναφορικά με τον τρόπο που δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις στον πραγματικό κόσμο. Ενδιαφέρθηκε να ερευνήσει, πώς συνάπτουν κοινωνικές σχέσεις στα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα οι ίδιοι αυτοί έφηβοι σήμερα, νέοι ενήλικες πια. Τα πορίσματα της έρευνάς της δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιανουαρίου της επιστημονικής επιθεώρησης Developmental Psychology (Αναπτυξιακή Ψυχολογία). Σύμφωνα με αυτά, όσοι έφηβοι είχαν κατορθώσει τότε να δημιουργούν σχέσεις με ποιότητα φάνηκε ότι αντίστοιχα λειτουργούν και στον ψηφιακό κόσμο. Κάνουν γνωριμίες με σεβασμό στον άλλο, αναζητούν την επαφή και τη φιλία και επωφελούνται από τις ψηφιακές αυτές εφαρμογές. Αντίθετα όσοι έφηβοι παρουσίαζαν τότε δυσκολίες στη σύναψη σχέσεων και προβλήματα συμπεριφοράς χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα με ακατάλληλο τρόπο ή δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου. Οι αρνητικές συμπεριφορές που παρουσιάζουν στον ψηφιακό κόσμο περιλαμβάνουν λεκτική επιθετικότητα, χυδαίο λεξιλόγιο και υποτιμητικά σχόλια. Επίσης δεν επιδιώκουν να δημιουργήσουν σχέσεις αλληλοϋποστήριξης και φιλίας.
Συχνά οι γονείς ανησυχούν για το αν πρέπει να επιτρέπουν στα παιδιά τους να συμμετέχουν σε αυτά τα κοινωνικά δίκτυα. Η έρευνα της Mikami δείχνει ότι η απάντηση δεν είναι ένα ξεκάθαρο ναι ή όχι. Σχετίζεται με τις επικοινωνιακές δεξιότητες που έχει ήδη αναπτύξει το παιδί. Στην περίπτωση, όπου έχουμε ένα παιδί ή νεαρό έφηβο ικανό να αναπτύσσει σχέσεις καλής ποιότητας στον πραγματικό κόσμο τα δίκτυα παρέχουν ευκαιρίες για την επέκταση των κοινωνικών του επαφών με υγιή τρόπο. Αντίθετα, όταν υπάρχουν ήδη καταγεγραμμένες συμπεριφορικές δυσκολίες τα ίδια τα δίκτυα δεν μπορούν να αποτελέσουν διέξοδο. Αντίθετα ενδέχεται να γίνουν δίαυλος για έκφραση νέων δυσλειτουργικών συμπεριφορών, όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Φαίνεται ότι ο ψηφιακός κόσμος σε γενικές γραμμές αποτελεί επέκταση του πραγματικού για τα παιδιά. Επομένως οι γονείς θα πρέπει να προσπαθούν να κατανοήσουν τα παιδιά τους στον ψηφιακό κόσμο με τον ίδιο τρόπο, που το κάνουν στον πραγματικό, κάτι που απαιτεί αντίστοιχες προσπάθειες.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Έρευνα αναβαθμίζει το ρόλο του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων


Αν και οι γενετικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην έκφραση των αρχικών αναγνωστικών δεξιοτήτων των παιδιών, μία νέα έρευνα σε διδύμους, ομοζυγωτικούς και διζυγωτικούς καταδεικνύει ότι το περιβάλλον παίζει σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων σε μεταγενέστερα στάδια.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η πρόοδος που επιτυγχάνουν τα παιδιά κατά τα πρώτα έτη της σχολικής ζωής ξεπερνά τους γενετικούς περιορισμούς, που διαφοροποιούν τα άτομα ως προς τις αναγνωστικές ικανότητες. Την έρευνα πραγματοποίησε η ομάδα του καθηγητή ανθρώπινης ανάπτυξης και επιστήμης της οικογένειας Stephen Petrill του Κρατικού Πανεπιστημίου του Οχάιο και δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση “Journal of Child Psychology and Psychiatry”.
Συμμετείχαν 314 δίδυμοι από τους οποίους οι 135 ήσαν ομοζυγωτικοί και οι 179 διζυγωτικοί του ιδίου φύλου. Η συμμετοχή τους στη έρευνα ξεκίνησε, όταν εκείνοι ήσαν στο νηπιαγωγείο και διήρκεσε δύο χρόνια. Περιελάμβανε μέτρηση, τόσο των περιβαλλοντικών, όσο και των γενετικών παραγόντων, που επηρεάζουν την ανάπτυξη της ανάγνωσης. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που μετρούνταν σε τακτά χρονικά διαστήματα ήσαν ανάμεσα σε άλλα η φροντίδα που δέχονταν από τους γονείς, η συχνότητα με την οποία κάποιος τους διάβαζε, η γειτονιά στην οποία κατοικούσαν, η διατροφή τους και η ποιότητα της εκπαίδευσης που λάμβαναν.
Οι τακτές μετρήσεις της αναγνωστικής ικανότητας περιελάμβαναν την ταυτοποίηση γραμμάτων και λέξεων, την ικανότητα να εκφράσουν φωνητικά τους ήχους των λέξεων και την ταχύτητα με την οποία ονομάτιζαν μία σειρά από γράμματα.
Μετά την κατάλληλη στατιστική ανάλυση τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για τις δραστηριότητες που απαιτούσαν μάθηση, όπως τα γράμματα και οι λέξεις η επιρροή του περιβάλλοντος υπήρξε σημαντικότερη από τους γενετικούς παράγοντες σε ποσοστό που έφτανε μέχρι και το 80%.
Ο Petrill συμπερασματικά αναφέρει ότι η κατανόηση του τρόπου που επιτυγχάνεται η ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων σε σχέση με την επίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων μπορεί να βοηθήσει καθοριστικά στο σχεδιασμό εκπαιδευτικών μεθόδων που επιτυγχάνουν πιο αποτελεσματική διδασκαλία της ανάγνωσης.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Οι δεσμεύσεις για προσωπικές αλλαγές στην αρχή του έτους. Είναι πράγματι εφικτές;


Για πολλούς από εμάς η αρχή του Νέου Έτους σηματοδοτεί την επανάληψη μίας ετήσιας τελετουργίας με αμφισβητίσιμα αποτελέσματα. Πρόκειται για τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουμε για τη νέα χρονιά. Σύμφωνα με τους Miller και Marlatt (1998) οι κυριότερες κατηγορίες αυτοδεσμεύσεων που αναλαμβάνουν κάποιοι με την έλευση του νέου έτους είναι οι ακόλουθες.
o 37% Έναρξη καθημερινής άσκησης
o 13% Πιο υγιεινή διατροφή
o 7% Διακοπή ή μείωση του καπνίσματος, του αλκοόλ ή του καφέ.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα το 75% των ατόμων που προέβησαν σε αυτές τις δεσμεύσεις αποτυγχάνουν, ενώ το 67% δεν θέτει μόνο ένα στόχο.
Μία έρευνα των Mukhopadhyay και Johar (2005) παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά των ατόμων που επιτυγχάνουν και εκείνων που αποτυγχάνουν σε αυτού του είδους τις αποφάσεις. Όσοι καταφέρνουν σε μεγαλύτερο βαθμό να υλοποιούν τις αυτοδεσμεύσεις έχουν μία συγκεκριμένη εικόνα για τον αυτοέλεγχο. Πρόκειται για άτομα που θεωρούν ότι ο αυτοέλεγχος είναι ένα μέγεθος που αλλάζει ανάλογα με τις συνθήκες. Αντίθετα, όσοι αποτυγχάνουν τείνουν να θεωρούν ότι έχουν συγκεκριμένα αποθέματα αυτοελέγχου.
Ένα άλλο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει πάνω στο θέμα είναι η πορεία για την υλοποίηση της απόφασης. Κάθε μία από αυτές τις αυτοδεσμεύσεις απαιτεί κόπο και προσπάθεια για να επιτευχθεί. Επίσης κάθε μία συνιστά αλλαγή μίας προηγούμενης παγιωμένης συμπεριφοράς. Μία από τις κυρίαρχες θεωρίες της Ψυχολογίας, αυτή του συμπεριφορισμού, υποστηρίζει ότι για την επίτευξη της αλλαγής μίας συμπεριφοράς χρειάζεται το άτομο να λαμβάνει θετικές ενισχύσεις, όπως επιβραβεύσεις από το περιβάλλον του. Στην περίπτωση των παραπάνω αποφάσεων η θετική ενίσχυση για διατήρηση της αλλαγής της συμπεριφοράς θα ήταν τα εμφανή αποτελέσματα από τη νέα συμπεριφορά που υιοθετήθηκε. Η βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της εμφάνισης του σώματος από την καθημερινή άσκηση αποτελεί τη θετική ενίσχυση για τη διατήρηση της άσκησης. Αντίστοιχα η απώλεια βάρους από την υγιεινή διατροφή αποτελεί θετική ενίσχυση για τη διατήρηση αυτού του τρόπου διατροφής. Αν κάποιος θέτει υπερβολικά φιλόδοξους ή πάρα πολλούς στόχους είναι πιθανόν να μην έχει σύντομα τις επιβραβεύσεις εκείνες, που θα τον κάνουν να μείνει σταθερός στην πορεία για αλλαγή. Επομένως πιο αποτελεσματική μέθοδο αποτελεί η επιλογή μικρών στόχων, που επιδιώκονται ένας κάθε φορά. Με αυτόν τον τρόπο η επιτυχία στον πρώτο αυξάνει τις πιθανότητες για συνέχιση της προσπάθειας και διαδοχική επίτευξη των επόμενων.