Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης και ποιότητα κοινωνικών σχέσεων




Έρευνα καταδεικνύει ότι οι θετικές ή οι αρνητικές συνέπειες από τη χρήση εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης μέσα από τους ιστοτόπους Facebook και Myspace εξαρτώνται από την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων που κάποιος έχει ήδη αναπτύξει.
Η καθηγήτρια Mikami του πανεπιστημίου της Βιρτζίνια θέλησε να ερευνήσει την ποιότητα των σχέσεων, που αναπτύσσουν οι νέοι μέσα στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook και το Myspace. Είχε στη διάθεσή της αξιολογήσεις, που έγιναν πριν οκτώ χρόνια σε νεαρούς εφήβους αναφορικά με τον τρόπο που δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις στον πραγματικό κόσμο. Ενδιαφέρθηκε να ερευνήσει, πώς συνάπτουν κοινωνικές σχέσεις στα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα οι ίδιοι αυτοί έφηβοι σήμερα, νέοι ενήλικες πια. Τα πορίσματα της έρευνάς της δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιανουαρίου της επιστημονικής επιθεώρησης Developmental Psychology (Αναπτυξιακή Ψυχολογία). Σύμφωνα με αυτά, όσοι έφηβοι είχαν κατορθώσει τότε να δημιουργούν σχέσεις με ποιότητα φάνηκε ότι αντίστοιχα λειτουργούν και στον ψηφιακό κόσμο. Κάνουν γνωριμίες με σεβασμό στον άλλο, αναζητούν την επαφή και τη φιλία και επωφελούνται από τις ψηφιακές αυτές εφαρμογές. Αντίθετα όσοι έφηβοι παρουσίαζαν τότε δυσκολίες στη σύναψη σχέσεων και προβλήματα συμπεριφοράς χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα με ακατάλληλο τρόπο ή δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου. Οι αρνητικές συμπεριφορές που παρουσιάζουν στον ψηφιακό κόσμο περιλαμβάνουν λεκτική επιθετικότητα, χυδαίο λεξιλόγιο και υποτιμητικά σχόλια. Επίσης δεν επιδιώκουν να δημιουργήσουν σχέσεις αλληλοϋποστήριξης και φιλίας.
Συχνά οι γονείς ανησυχούν για το αν πρέπει να επιτρέπουν στα παιδιά τους να συμμετέχουν σε αυτά τα κοινωνικά δίκτυα. Η έρευνα της Mikami δείχνει ότι η απάντηση δεν είναι ένα ξεκάθαρο ναι ή όχι. Σχετίζεται με τις επικοινωνιακές δεξιότητες που έχει ήδη αναπτύξει το παιδί. Στην περίπτωση, όπου έχουμε ένα παιδί ή νεαρό έφηβο ικανό να αναπτύσσει σχέσεις καλής ποιότητας στον πραγματικό κόσμο τα δίκτυα παρέχουν ευκαιρίες για την επέκταση των κοινωνικών του επαφών με υγιή τρόπο. Αντίθετα, όταν υπάρχουν ήδη καταγεγραμμένες συμπεριφορικές δυσκολίες τα ίδια τα δίκτυα δεν μπορούν να αποτελέσουν διέξοδο. Αντίθετα ενδέχεται να γίνουν δίαυλος για έκφραση νέων δυσλειτουργικών συμπεριφορών, όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Φαίνεται ότι ο ψηφιακός κόσμος σε γενικές γραμμές αποτελεί επέκταση του πραγματικού για τα παιδιά. Επομένως οι γονείς θα πρέπει να προσπαθούν να κατανοήσουν τα παιδιά τους στον ψηφιακό κόσμο με τον ίδιο τρόπο, που το κάνουν στον πραγματικό, κάτι που απαιτεί αντίστοιχες προσπάθειες.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Έρευνα αναβαθμίζει το ρόλο του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων


Αν και οι γενετικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην έκφραση των αρχικών αναγνωστικών δεξιοτήτων των παιδιών, μία νέα έρευνα σε διδύμους, ομοζυγωτικούς και διζυγωτικούς καταδεικνύει ότι το περιβάλλον παίζει σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων σε μεταγενέστερα στάδια.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η πρόοδος που επιτυγχάνουν τα παιδιά κατά τα πρώτα έτη της σχολικής ζωής ξεπερνά τους γενετικούς περιορισμούς, που διαφοροποιούν τα άτομα ως προς τις αναγνωστικές ικανότητες. Την έρευνα πραγματοποίησε η ομάδα του καθηγητή ανθρώπινης ανάπτυξης και επιστήμης της οικογένειας Stephen Petrill του Κρατικού Πανεπιστημίου του Οχάιο και δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση “Journal of Child Psychology and Psychiatry”.
Συμμετείχαν 314 δίδυμοι από τους οποίους οι 135 ήσαν ομοζυγωτικοί και οι 179 διζυγωτικοί του ιδίου φύλου. Η συμμετοχή τους στη έρευνα ξεκίνησε, όταν εκείνοι ήσαν στο νηπιαγωγείο και διήρκεσε δύο χρόνια. Περιελάμβανε μέτρηση, τόσο των περιβαλλοντικών, όσο και των γενετικών παραγόντων, που επηρεάζουν την ανάπτυξη της ανάγνωσης. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που μετρούνταν σε τακτά χρονικά διαστήματα ήσαν ανάμεσα σε άλλα η φροντίδα που δέχονταν από τους γονείς, η συχνότητα με την οποία κάποιος τους διάβαζε, η γειτονιά στην οποία κατοικούσαν, η διατροφή τους και η ποιότητα της εκπαίδευσης που λάμβαναν.
Οι τακτές μετρήσεις της αναγνωστικής ικανότητας περιελάμβαναν την ταυτοποίηση γραμμάτων και λέξεων, την ικανότητα να εκφράσουν φωνητικά τους ήχους των λέξεων και την ταχύτητα με την οποία ονομάτιζαν μία σειρά από γράμματα.
Μετά την κατάλληλη στατιστική ανάλυση τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για τις δραστηριότητες που απαιτούσαν μάθηση, όπως τα γράμματα και οι λέξεις η επιρροή του περιβάλλοντος υπήρξε σημαντικότερη από τους γενετικούς παράγοντες σε ποσοστό που έφτανε μέχρι και το 80%.
Ο Petrill συμπερασματικά αναφέρει ότι η κατανόηση του τρόπου που επιτυγχάνεται η ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων σε σχέση με την επίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων μπορεί να βοηθήσει καθοριστικά στο σχεδιασμό εκπαιδευτικών μεθόδων που επιτυγχάνουν πιο αποτελεσματική διδασκαλία της ανάγνωσης.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Οι δεσμεύσεις για προσωπικές αλλαγές στην αρχή του έτους. Είναι πράγματι εφικτές;


Για πολλούς από εμάς η αρχή του Νέου Έτους σηματοδοτεί την επανάληψη μίας ετήσιας τελετουργίας με αμφισβητίσιμα αποτελέσματα. Πρόκειται για τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουμε για τη νέα χρονιά. Σύμφωνα με τους Miller και Marlatt (1998) οι κυριότερες κατηγορίες αυτοδεσμεύσεων που αναλαμβάνουν κάποιοι με την έλευση του νέου έτους είναι οι ακόλουθες.
o 37% Έναρξη καθημερινής άσκησης
o 13% Πιο υγιεινή διατροφή
o 7% Διακοπή ή μείωση του καπνίσματος, του αλκοόλ ή του καφέ.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα το 75% των ατόμων που προέβησαν σε αυτές τις δεσμεύσεις αποτυγχάνουν, ενώ το 67% δεν θέτει μόνο ένα στόχο.
Μία έρευνα των Mukhopadhyay και Johar (2005) παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά των ατόμων που επιτυγχάνουν και εκείνων που αποτυγχάνουν σε αυτού του είδους τις αποφάσεις. Όσοι καταφέρνουν σε μεγαλύτερο βαθμό να υλοποιούν τις αυτοδεσμεύσεις έχουν μία συγκεκριμένη εικόνα για τον αυτοέλεγχο. Πρόκειται για άτομα που θεωρούν ότι ο αυτοέλεγχος είναι ένα μέγεθος που αλλάζει ανάλογα με τις συνθήκες. Αντίθετα, όσοι αποτυγχάνουν τείνουν να θεωρούν ότι έχουν συγκεκριμένα αποθέματα αυτοελέγχου.
Ένα άλλο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει πάνω στο θέμα είναι η πορεία για την υλοποίηση της απόφασης. Κάθε μία από αυτές τις αυτοδεσμεύσεις απαιτεί κόπο και προσπάθεια για να επιτευχθεί. Επίσης κάθε μία συνιστά αλλαγή μίας προηγούμενης παγιωμένης συμπεριφοράς. Μία από τις κυρίαρχες θεωρίες της Ψυχολογίας, αυτή του συμπεριφορισμού, υποστηρίζει ότι για την επίτευξη της αλλαγής μίας συμπεριφοράς χρειάζεται το άτομο να λαμβάνει θετικές ενισχύσεις, όπως επιβραβεύσεις από το περιβάλλον του. Στην περίπτωση των παραπάνω αποφάσεων η θετική ενίσχυση για διατήρηση της αλλαγής της συμπεριφοράς θα ήταν τα εμφανή αποτελέσματα από τη νέα συμπεριφορά που υιοθετήθηκε. Η βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της εμφάνισης του σώματος από την καθημερινή άσκηση αποτελεί τη θετική ενίσχυση για τη διατήρηση της άσκησης. Αντίστοιχα η απώλεια βάρους από την υγιεινή διατροφή αποτελεί θετική ενίσχυση για τη διατήρηση αυτού του τρόπου διατροφής. Αν κάποιος θέτει υπερβολικά φιλόδοξους ή πάρα πολλούς στόχους είναι πιθανόν να μην έχει σύντομα τις επιβραβεύσεις εκείνες, που θα τον κάνουν να μείνει σταθερός στην πορεία για αλλαγή. Επομένως πιο αποτελεσματική μέθοδο αποτελεί η επιλογή μικρών στόχων, που επιδιώκονται ένας κάθε φορά. Με αυτόν τον τρόπο η επιτυχία στον πρώτο αυξάνει τις πιθανότητες για συνέχιση της προσπάθειας και διαδοχική επίτευξη των επόμενων.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Γιατί τα Χριστούγεννα δεν είναι εποχή χαράς για κάποιους.

Αν και η περίοδος των Χριστουγέννων θεωρείται από την πλειονότητα των κατοίκων της Δύσης ως η κατεξοχήν περίοδος χαράς, δεν συμμερίζονται όλοι αυτή τη στάση. Για κάποιους μάλιστα οι γιορτές αποτελούν μία περίοδο όπου βιώνουν έντονα συναισθήματα θλίψης και άγχους. Κάποιοι αποστρέφονται το εορταστικό κλίμα αυτό καθεαυτό. Μερικοί λόγοι που εξηγούν αυτήν τη διαφορετική προσέγγιση είναι οι ακόλουθοι: Ενδέχεται να εκδηλώνουν συμπτώματα της Εποχιακής Διαταραχής της Διάθεσης (Seasonal Affective Disorder, SAD). Ίσως κάποιοι να είχαν στο παρελθόν τραυματικά βιώματα που συνέδεσαν με τη συγκεκριμένη περίοδο. Άλλοι τέλος εκφράζουν μία στάση απόρριψης των καταναλωτικών προτύπων που επιβάλλονται αυτή την περίοδο. Ας επεκταθούμε.
Η Εποχιακή Διαταραχή της Διάθεσης είναι μία διαταραχή του συναισθήματος που προκαλεί καταθλιπτικά συμπτώματα κατά την περίοδο του χειμώνα σε άτομα, που την υπόλοιπη περίοδο του έτους δεν παρουσιάζουν οποιοδήποτε σύμπτωμα ψυχοπαθολογίας.
Κάποιοι άνθρωποι βιώνουν σοβαρές αλλαγές της διάθεσης, όταν αλλάζει η εποχή. Σπάνια έχουν παρατηρηθεί αυτά τα συμπτώματα με την έλευση της Άνοιξης, του Καλοκαιριού και του Φθινοπώρου, όμως κατά κύριο λόγο η διαταραχή αφορά στην περίπτωση της έλευσης του Χειμώνα.
Τα συμπτώματα της Εποχιακής Διαταραχής της Διάθεσης περιλαμβάνουν πολλά από τα γνωστά συμπτώματα της καταθλιπτικής διαταραχής : Διαταραχή του ύπνου με αϋπνίες ή υπερυπνίες , πρώιμη αφύπνιση ή αντίθετα δυσκολία να εγκαταλείψει κάποιος το κρεβάτι του. Ανορεξία ή υπερφαγία (κυρίως τροφών πλούσιων σε υδατάνθρακες) και μεταβολή του σωματικού βάρους. Δυσκολία συγκέντρωσης, απομάκρυνση από τους φίλους και την οικογένεια. Ακόμη ανηδονία (δυσκολία να αντλεί κάποιος ικανοποίηση από οτιδήποτε), απαισιοδοξία και φυσικά ένα διάχυτο αίσθημα θλίψης.
Θεωρείται ότι η διαταραχή σχετίζεται με τη φυσιολογία της πρόσληψης του ηλιακού φωτός. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διαταραχή παρουσιάζεται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα σε βόρειες περιοχές όπου η έκθεση στο ηλιακό φως είναι περιορισμένη. Η επιτυχία της θεραπείας
με ειδικό τεχνητό φως συνηγορεί στην παραπάνω θέση.

Αν και στη χώρα μας η ηλιοφάνεια είναι εκτεταμένη, η περίοδος κοντά στα Χριστούγεννα πληρεί τις συνθήκες εκείνες για την εμφάνιση της Εποχιακής Διαταραχής της Διάθεσης. Μάλιστα η εκτεταμένη φωταγώγηση των μεγάλων πόλεων τείνει να δρα θεραπευτικά στην περίπτωση αυτή, έστω κι αν οι χριστουγεννιάτικοι φωτισμοί δεν φτιάχνονται σύμφωνα με της θεραπευτικές προδιαγραφές για τη συγκεκριμένη διαταραχή.

Φυσικά δεν πάσχουν όλοι, όσοι βιώνουν συναισθήματα θλίψης κατά την εορταστική περίοδο από Εποχιακή Διαταραχή της Διάθεσης. Συχνά η συγκεκριμένη περίοδος του χρόνου για κάποιους έχει συνδεθεί με δυσάρεστες καταστάσεις και εμπειρίες, που τους οδηγούν σε ένα αρνητικό συναισθηματικό βίωμα. Οικογενειακές προστριβές και περίοδοι μοναξιάς, που βιώθηκαν σε προηγούμενες εορτές συνδέθηκαν με το κλίμα της περιόδου. Έτσι οι διακοσμήσεις, οι φωτισμοί και οι μελωδίες επαναφέρουν στη μνήμη τα βιώματα του παρελθόντος. Επί παραδείγματι ένα παιδί, το οποίο βίωσε τη σύγκρουση των γονέων του, ενώ στο περιβάλλον ακούγονταν χριστουγεννιάτικες μελωδίες θα έχει συνδέσει αυτούς τους ήχους με ένα ακαθόριστα μελαγχολικό συναίσθημα, που θα το ακολουθεί για πολλά χρόνια. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται ιδιαίτερα επίπονη προσπάθεια, ώστε όλα τα παραπάνω στοιχεία να επανεπενδυθούν από το άτομο θετικά. Αυτό όμως δε συμβαίνει συχνά, γιατί οι περισσότεροι δεν συνειδητοποιούν ή δε θυμούνται τις συνθήκες που έγινε αυτή η σύνδεση.
Υπάρχουν τέλος κάποιοι, οι οποίοι ταυτίζουν το κλίμα των εορτών με την έξαρση του καταναλωτικού πνεύματος. Συνειδητά απορρίπτουν όλες τις εορταστικές εκφράσεις, καθώς τις θεωρούν επιφανειακές και υποκριτικές. Πρόκειται για μία στάση, ή οποία αν συμβαδίζει με την υπόλοιπη φιλοσοφία ζωή τους, είναι απόλυτα σεβαστή. Η αναζήτηση ψυχολογικών τραυμάτων σε αυτή τη περίπτωση συνιστά έκφραση ψυχολογιοποίησης. Της τάσης δηλαδή να αναζητώνται ψυχολογικά αίτια για φιλοσοφικές, κοινωνικές και πολιτικές συμπεριφορές.

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2009

Έρευνα υποστηρίζει ότι η καθημερινή χρήση κάνναβης επιταχύνει την εκδήλωση της σχιζοφρένειας


Ερευνητές στην Ιατρική Σχολή Emory ανέλυσαν δεδομένα από 109 εσωτερικούς ασθενείς, οι οποίοι βίωναν το πρώτο τους σχιζοφρενικό επεισόδιο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι ασθενείς με ιστορικό χρήσης κάνναβης, που κατέληξαν σε καθημερινή χρήση παρουσίασαν ψυχωτικά συμπτώματα σε νεαρότερες ηλικίες.
Ο βασικός ερευνητής Michael Compton, αναπληρωτής καθηγητής ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή Emory, δήλωσε ότι ο σημαντικότερος παράγοντας πρόβλεψης για την ηλικία εκδήλωσης του πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου στους χρήστες κάνναβης ήταν η ταχύτητα με την οποία εκείνοι πέρασαν σε καθημερινή χρήση.
Επίσης τα ευρήματα κατέδειξαν μία διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Οι γυναίκες, που είχαν φτάσει σε καθημερινή χρήση κάνναβης παρουσίαζαν αυξημένες πιθανότητες για πιο πρώιμη εκδήλωση σχιζοφρενικού επεισοδίου.
Η κάνναβη είναι από τις παράνομες ψυχοτρόπες ουσίες, που χρησιμοποιούν συχνότατα οι ασθενείς με σχιζοφρένεια, όταν κάνουν χρήση κάποιας ουσίας. Προηγούμενες έρευνες καταδεικνύουν ότι η χρήση κάνναβης αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς εκλυτικούς παράγοντες για την εκδήλωση σχιζοφρένειας.
Οι εκλυτικοί παράγοντες αποτελούν επιδράσεις, κυρίως του εξωτερικού περιβάλλοντος, οι οποίοι δρουν σαν καταλύτες για την εκδήλωση ενός ψυχωτικού επεισοδίου στην περίπτωση της σχιζοφρένειας. Οι ίδιοι δεν αποτελούν την αιτία της νόσου, η οποία θεωρείται πλέον ότι έχει γενετική αιτιολογία, αλλά η παρουσία τους πυροδοτεί το ψυχωτικό επεισόδιο, το οποίο θα μπορούσε να μην είχε εκδηλωθεί τη δεδομένη χρονική στιγμή. Από τους πιο γνωστούς εκλυτικούς παράγοντες ξεχωρίζουν το στρες και οι ψυχοτρόπες ουσίες.

Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Νέα διαγνωστική μέθοδος για τον εντοπισμό νεογνών που κινδυνεύουν να εμφανίσουν αναπτυξιακές διαταραχές στην ηλικία των τεσσάρων ετών

Ο Ψυχολόγος Barry Lester
Η αξία ανάπτυξης διαγνωστικών μεθόδων για τον έγκαιρο εντοπισμό αναπτυξιακών προβλημάτων είναι μεγάλη, καθώς καθιστά δυνατή την πρώιμη παρέμβαση. Η φράση όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο βρίσκει εδώ εφαρμογή, αφού έτσι μεγιστοποιούνται οι πιθανότητες επιτυχούς έκβασης της παρέμβασης.

Ο ψυχολόγος Barry Lester ανέπτυξε μία διαγνωστική κλίμακα ικανή να εντοπίζει σε ικανοποιητικό βαθμό ποια νεογνά θα παρουσιάσουν αναπτυξιακές δυσκολίες στην ηλικία των τεσσάρων ετών.

Ανέκαθεν υπήρχε ενδιαφέρον για τέτοιου είδους διαγνωστικές μεθόδους από τους παιδιάτρους. Πολλά βρέφη θεωρούνται ότι ανήκουν στην κατηγορία υψηλού κινδύνου για εμφάνιση αναπτυξιακών διαταραχών συμπεριφορικού, συναισθηματικού ή γνωσιακού τύπου. Προγεννητικοί και περιγεννητικοί παράγοντες ( προωρότητα, έκθεση σε επιβλαβείς ουσίες) καθορίζουν την κατάταξη ενός βρέφους στην κατηγορία υψηλού κινδύνου για εμφάνιση αναπτυξιακών διαταραχών. Όμως δεν εμφανίζουν όλα τα παιδιά που έχουν ενταχθεί στην κατηγορία υψηλού κινδύνου τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν.
Η διαγνωστική κλίμακα του Lester ονομάζεται NNNS (Neonatal intensive care unit Network Neurobehavioral Scale). Έγιναν κλινικές δοκιμές δύο ετών σε 1200 νεογνά. Από αυτές προέκυψαν τα εξής δεδομένα για την κλίμακα. Στην ηλικία μεταξύ τριών και τεσσάρων και μισό τα βρέφη που είχαν φτωχές επιδόσεις στην κλίμακα του Lester παρουσίασαν αναπτυξιακά προβλήματα σε ποσοστό 40%, Για τις επιστήμες της συμπεριφοράς το ποσοστό αυτό θεωρείται σημαντικό, ώστε να προσδίδει στην κλίμακα αξία εργαλείου για τη λήψη αποφάσεων. Μπορεί δηλαδή να καθορίσει αν σε κάποιο βρέφος θα εφαρμοστεί πρώιμη παρέμβαση.

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2009

Παρουσίαση του προγράμματος “TEACCH” για παιδιά με αυτισμό και άλλες Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές στο 8ο Σεμινάριο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ψυχολόγων


Δεξιά: Παράδειγμα οπτικής οργάνωσης των ερεθισμάτων και των δραστηριοτήτων σύμφωνα με τη μέθοδο “TEACCH”


Στα πλαίσια του όγδοου Σεμιναρίου Διαρκούς Εκπαίδευσης Ψυχολόγων που πραγματοποίησε ο Πανελλήνιος Ψυχολογικός Σύλλογος στο ξενοδοχείο Athenian Calliroe Exclusive Hotel στην Αθήνα έγινε παρουσίαση των σύγχρονων ερευνητικών δεδομένων για τις Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές από την παιδοψυχίατρο κα Βάγια Παπαγεωργίου, τ. Καθηγήτρια Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα υπήρξε η παρουσίαση από την κα Παπαγεωργίου του προγράμματος TEACCH για παιδιά με αυτισμό και άλλες διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές. Το πρόγραμμα TEACCH θεμελιώνεται θεωρητικά στις αρχές της γνωσιακής/συμπεριφορικής προσέγγισης. Πρόκειται για μία μέθοδο, η οποία στηρίζεται στις ιδιαίτερες ανάγκες και δυνατότητες μάθησης των παιδιών με αυτισμό. Προσαρμοσμένο στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των παιδιών αυτών στοχεύει στο να τους διδάξει τον τρόπο να μαθαίνουν αποτελεσματικότερα. Βασίζεται σε μία σειρά αρχών μάθησης, από τις οποίες ξεχωρίζει η μάθηση μέσω οπτικών ερεθισμάτων, η οποία είναι πιο κατάλληλη σε αυτή την περίπτωση. Oι συμβατικοί τρόποι μάθησης αποδεικνύονται μη αποτελεσματικοί για τα παιδιά με αυτισμό. Δηλαδή η μάθηση μέσα από λεκτική επικοινωνία με τον εκπαιδευτή δεν τελεσφορεί στην περίπτωση των παιδιών με αυτισμό καθώς σε αυτά η επικοινωνία με τους άλλους έχει διαταραχθεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό. Ανάλογα πάντα με το δυναμικό κάθε παιδιού, η μέθοδος στοχεύει στη διδασκαλία απλών στην αρχή δεξιοτήτων με απώτερο στόχο την ανάπτυξη όλο και πιο ανεπτυγμένων δεξιοτήτων.