Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010

Ιστότοποι κοινωνικής δικτύωσης και ποιότητα κοινωνικών σχέσεων




Έρευνα καταδεικνύει ότι οι θετικές ή οι αρνητικές συνέπειες από τη χρήση εφαρμογών κοινωνικής δικτύωσης μέσα από τους ιστοτόπους Facebook και Myspace εξαρτώνται από την ποιότητα των κοινωνικών σχέσεων που κάποιος έχει ήδη αναπτύξει.
Η καθηγήτρια Mikami του πανεπιστημίου της Βιρτζίνια θέλησε να ερευνήσει την ποιότητα των σχέσεων, που αναπτύσσουν οι νέοι μέσα στις ιστοσελίδες κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Facebook και το Myspace. Είχε στη διάθεσή της αξιολογήσεις, που έγιναν πριν οκτώ χρόνια σε νεαρούς εφήβους αναφορικά με τον τρόπο που δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις στον πραγματικό κόσμο. Ενδιαφέρθηκε να ερευνήσει, πώς συνάπτουν κοινωνικές σχέσεις στα ψηφιακά κοινωνικά δίκτυα οι ίδιοι αυτοί έφηβοι σήμερα, νέοι ενήλικες πια. Τα πορίσματα της έρευνάς της δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιανουαρίου της επιστημονικής επιθεώρησης Developmental Psychology (Αναπτυξιακή Ψυχολογία). Σύμφωνα με αυτά, όσοι έφηβοι είχαν κατορθώσει τότε να δημιουργούν σχέσεις με ποιότητα φάνηκε ότι αντίστοιχα λειτουργούν και στον ψηφιακό κόσμο. Κάνουν γνωριμίες με σεβασμό στον άλλο, αναζητούν την επαφή και τη φιλία και επωφελούνται από τις ψηφιακές αυτές εφαρμογές. Αντίθετα όσοι έφηβοι παρουσίαζαν τότε δυσκολίες στη σύναψη σχέσεων και προβλήματα συμπεριφοράς χρησιμοποιούν τα κοινωνικά δίκτυα με ακατάλληλο τρόπο ή δεν τα χρησιμοποιούν καθόλου. Οι αρνητικές συμπεριφορές που παρουσιάζουν στον ψηφιακό κόσμο περιλαμβάνουν λεκτική επιθετικότητα, χυδαίο λεξιλόγιο και υποτιμητικά σχόλια. Επίσης δεν επιδιώκουν να δημιουργήσουν σχέσεις αλληλοϋποστήριξης και φιλίας.
Συχνά οι γονείς ανησυχούν για το αν πρέπει να επιτρέπουν στα παιδιά τους να συμμετέχουν σε αυτά τα κοινωνικά δίκτυα. Η έρευνα της Mikami δείχνει ότι η απάντηση δεν είναι ένα ξεκάθαρο ναι ή όχι. Σχετίζεται με τις επικοινωνιακές δεξιότητες που έχει ήδη αναπτύξει το παιδί. Στην περίπτωση, όπου έχουμε ένα παιδί ή νεαρό έφηβο ικανό να αναπτύσσει σχέσεις καλής ποιότητας στον πραγματικό κόσμο τα δίκτυα παρέχουν ευκαιρίες για την επέκταση των κοινωνικών του επαφών με υγιή τρόπο. Αντίθετα, όταν υπάρχουν ήδη καταγεγραμμένες συμπεριφορικές δυσκολίες τα ίδια τα δίκτυα δεν μπορούν να αποτελέσουν διέξοδο. Αντίθετα ενδέχεται να γίνουν δίαυλος για έκφραση νέων δυσλειτουργικών συμπεριφορών, όπως αυτές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Φαίνεται ότι ο ψηφιακός κόσμος σε γενικές γραμμές αποτελεί επέκταση του πραγματικού για τα παιδιά. Επομένως οι γονείς θα πρέπει να προσπαθούν να κατανοήσουν τα παιδιά τους στον ψηφιακό κόσμο με τον ίδιο τρόπο, που το κάνουν στον πραγματικό, κάτι που απαιτεί αντίστοιχες προσπάθειες.

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2010

Έρευνα αναβαθμίζει το ρόλο του περιβάλλοντος στην ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων


Αν και οι γενετικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην έκφραση των αρχικών αναγνωστικών δεξιοτήτων των παιδιών, μία νέα έρευνα σε διδύμους, ομοζυγωτικούς και διζυγωτικούς καταδεικνύει ότι το περιβάλλον παίζει σημαντικότερο ρόλο στην ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων σε μεταγενέστερα στάδια.
Τα αποτελέσματα της έρευνας δείχνουν ότι η πρόοδος που επιτυγχάνουν τα παιδιά κατά τα πρώτα έτη της σχολικής ζωής ξεπερνά τους γενετικούς περιορισμούς, που διαφοροποιούν τα άτομα ως προς τις αναγνωστικές ικανότητες. Την έρευνα πραγματοποίησε η ομάδα του καθηγητή ανθρώπινης ανάπτυξης και επιστήμης της οικογένειας Stephen Petrill του Κρατικού Πανεπιστημίου του Οχάιο και δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση “Journal of Child Psychology and Psychiatry”.
Συμμετείχαν 314 δίδυμοι από τους οποίους οι 135 ήσαν ομοζυγωτικοί και οι 179 διζυγωτικοί του ιδίου φύλου. Η συμμετοχή τους στη έρευνα ξεκίνησε, όταν εκείνοι ήσαν στο νηπιαγωγείο και διήρκεσε δύο χρόνια. Περιελάμβανε μέτρηση, τόσο των περιβαλλοντικών, όσο και των γενετικών παραγόντων, που επηρεάζουν την ανάπτυξη της ανάγνωσης. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες που μετρούνταν σε τακτά χρονικά διαστήματα ήσαν ανάμεσα σε άλλα η φροντίδα που δέχονταν από τους γονείς, η συχνότητα με την οποία κάποιος τους διάβαζε, η γειτονιά στην οποία κατοικούσαν, η διατροφή τους και η ποιότητα της εκπαίδευσης που λάμβαναν.
Οι τακτές μετρήσεις της αναγνωστικής ικανότητας περιελάμβαναν την ταυτοποίηση γραμμάτων και λέξεων, την ικανότητα να εκφράσουν φωνητικά τους ήχους των λέξεων και την ταχύτητα με την οποία ονομάτιζαν μία σειρά από γράμματα.
Μετά την κατάλληλη στατιστική ανάλυση τα αποτελέσματα έδειξαν ότι για τις δραστηριότητες που απαιτούσαν μάθηση, όπως τα γράμματα και οι λέξεις η επιρροή του περιβάλλοντος υπήρξε σημαντικότερη από τους γενετικούς παράγοντες σε ποσοστό που έφτανε μέχρι και το 80%.
Ο Petrill συμπερασματικά αναφέρει ότι η κατανόηση του τρόπου που επιτυγχάνεται η ανάπτυξη των αναγνωστικών δεξιοτήτων σε σχέση με την επίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων μπορεί να βοηθήσει καθοριστικά στο σχεδιασμό εκπαιδευτικών μεθόδων που επιτυγχάνουν πιο αποτελεσματική διδασκαλία της ανάγνωσης.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010

Οι δεσμεύσεις για προσωπικές αλλαγές στην αρχή του έτους. Είναι πράγματι εφικτές;


Για πολλούς από εμάς η αρχή του Νέου Έτους σηματοδοτεί την επανάληψη μίας ετήσιας τελετουργίας με αμφισβητίσιμα αποτελέσματα. Πρόκειται για τις δεσμεύσεις που αναλαμβάνουμε για τη νέα χρονιά. Σύμφωνα με τους Miller και Marlatt (1998) οι κυριότερες κατηγορίες αυτοδεσμεύσεων που αναλαμβάνουν κάποιοι με την έλευση του νέου έτους είναι οι ακόλουθες.
o 37% Έναρξη καθημερινής άσκησης
o 13% Πιο υγιεινή διατροφή
o 7% Διακοπή ή μείωση του καπνίσματος, του αλκοόλ ή του καφέ.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα το 75% των ατόμων που προέβησαν σε αυτές τις δεσμεύσεις αποτυγχάνουν, ενώ το 67% δεν θέτει μόνο ένα στόχο.
Μία έρευνα των Mukhopadhyay και Johar (2005) παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά των ατόμων που επιτυγχάνουν και εκείνων που αποτυγχάνουν σε αυτού του είδους τις αποφάσεις. Όσοι καταφέρνουν σε μεγαλύτερο βαθμό να υλοποιούν τις αυτοδεσμεύσεις έχουν μία συγκεκριμένη εικόνα για τον αυτοέλεγχο. Πρόκειται για άτομα που θεωρούν ότι ο αυτοέλεγχος είναι ένα μέγεθος που αλλάζει ανάλογα με τις συνθήκες. Αντίθετα, όσοι αποτυγχάνουν τείνουν να θεωρούν ότι έχουν συγκεκριμένα αποθέματα αυτοελέγχου.
Ένα άλλο σημείο που δεν πρέπει να μας διαφεύγει πάνω στο θέμα είναι η πορεία για την υλοποίηση της απόφασης. Κάθε μία από αυτές τις αυτοδεσμεύσεις απαιτεί κόπο και προσπάθεια για να επιτευχθεί. Επίσης κάθε μία συνιστά αλλαγή μίας προηγούμενης παγιωμένης συμπεριφοράς. Μία από τις κυρίαρχες θεωρίες της Ψυχολογίας, αυτή του συμπεριφορισμού, υποστηρίζει ότι για την επίτευξη της αλλαγής μίας συμπεριφοράς χρειάζεται το άτομο να λαμβάνει θετικές ενισχύσεις, όπως επιβραβεύσεις από το περιβάλλον του. Στην περίπτωση των παραπάνω αποφάσεων η θετική ενίσχυση για διατήρηση της αλλαγής της συμπεριφοράς θα ήταν τα εμφανή αποτελέσματα από τη νέα συμπεριφορά που υιοθετήθηκε. Η βελτίωση της φυσικής κατάστασης και της εμφάνισης του σώματος από την καθημερινή άσκηση αποτελεί τη θετική ενίσχυση για τη διατήρηση της άσκησης. Αντίστοιχα η απώλεια βάρους από την υγιεινή διατροφή αποτελεί θετική ενίσχυση για τη διατήρηση αυτού του τρόπου διατροφής. Αν κάποιος θέτει υπερβολικά φιλόδοξους ή πάρα πολλούς στόχους είναι πιθανόν να μην έχει σύντομα τις επιβραβεύσεις εκείνες, που θα τον κάνουν να μείνει σταθερός στην πορεία για αλλαγή. Επομένως πιο αποτελεσματική μέθοδο αποτελεί η επιλογή μικρών στόχων, που επιδιώκονται ένας κάθε φορά. Με αυτόν τον τρόπο η επιτυχία στον πρώτο αυξάνει τις πιθανότητες για συνέχιση της προσπάθειας και διαδοχική επίτευξη των επόμενων.