Τρίτη 18 Μαΐου 2010

Προκλήσεις για την Οργανωτική Ψυχολογία

Στις 10 Μαΐου πραγματοποιήθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ημερίδα του Πανελλήνιου Ψυχολογικού Συλλόγου με σκοπό την ενημέρωση φοιτητών πολιτικής νεολαίας για τις δραστηριότητες του συλλόγου. Στα πλαίσια αυτής της ημερίδας εκφώνησα ομιλία για τις προκλήσεις που προκύπτουν για την Οργανωτική Ψυχολογία τον καιρό της οικονομικής κρίσης. Παραθέτω το κείμενο της ομιλίας:


Αγαπητοί φίλοι

Ως ομιλητής εδώ σήμερα θα ήθελα να σας παρουσιάσω ορισμένα στοιχεία, που η Οργανωτική Ψυχολογία μπορεί να προσφέρει στην προσπάθεια ανασύνταξης και ανασυγκρότησης σε καιρούς οξύτατης οικονομικής κρίσης.
Όμως πριν από αυτό θα ήθελα να βεβαιωθώ ότι όλοι κατανοούμε τι ακριβώς είναι η Οργανωτική Ψυχολογία. Αν και μιλώ σε φοιτητές Ψυχολογίας δεν θεωρώ αυτή τη γνώση ως δεδομένη. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές παρανοήσεις. Μπορώ να σας αναφέρω μία μεγάλη πρωταρχική παρανόηση, που και εγώ είχα, όταν μπήκα στο χώρο. Θεωρούσα ότι η Οργανωτική Ψυχολογία ασχολείται κυρίως με το άγχος στον εργασιακό χώρο, την επίπτωσή του στον εργαζόμενο και την αντιμετώπισή του σε ατομικό επίπεδο.
Αν και το εργασιακό άγχος σίγουρα αποτελεί αντικείμενο της Οργανωτικής Ψυχολογίας η αντιμετώπισή του σε ατομικό επίπεδο δεν ανήκει στις αρμοδιότητες ενός Οργανωτικού Ψυχολόγου. Οι κλάδοι της εφαρμοσμένης ψυχολογίας με επικέντρωση στο άτομο είναι αυτοί της Κλινικής Ψυχολογίας (Clinical Psychology) και της Εργασιακής Ψυχολογίας της Υγείας (Occupational Health Psychology). Οι παρεμβάσεις της Οργανωτικής Ψυχολογίας ξεδιπλώνονται στο επίπεδο του οργανισμού, ως σύνολο. Αντίστοιχα και η έρευνα προσανατολίζεται προς την ίδια κατεύθυνση.
Η Οργανωτική Ψυχολογία είναι ένας από τους κυριότερους κλάδους της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες του Δυτικού Κόσμου. Αν και ο πιο γνωστός κλάδος με τους περισσότερους Ψυχολόγους είναι εκείνος της Κλινικής Ψυχολογίας, ο κλάδος της Οργανωτικής Ψυχολογίας είναι εκείνος με τις καλύτερες απολαβές. Στις Η.Π.Α η διαφορά ανάμεσα στους δύο κλάδους κατά μέσο όρο αγγίζει το 25%. Οργανωτικούς Ψυχολόγους χρησιμοποιούν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και δημόσιοι οργανισμοί, τουλάχιστον σε χώρες, όπου έχει εκτιμηθεί η συνεισφορά τους, τόσο στην αξιολόγηση της παραγωγικότητας όσο και τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών για τους εργαζομένους.
Είναι δυνατόν να προσεγγίζουμε την Οργανωτική Ψυχολογία από δύο οπτικές. Από την πλευρά της διοίκησης και από την πλευρά του εργαζομένου. Σήμερα γίνεται αποδεκτό ότι τα συμφέροντα των δύο πλευρών μπορούν να καταστούν συμβατά, υπό κάποιες προϋποθέσεις. Όμως αυτές οι δύο οπτικές ιστορικά είχαν διαφορετικές αφετηρίες, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και μόνο τελευταία κατάφεραν να συνδυαστούν θεωρητικά και πρακτικά.
Από την πλευρά της διοίκησης, η επιστήμη της συμπεριφοράς, η Ψυχολογία θεωρήθηκε ένα εργαλείο, που θα μπορούσε να συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας. Οι τρόποι που θα το έκαναν εφικτό ήσαν η αποτελεσματική επιλογή προσωπικού, η αποδοτική εκπαίδευση και ο σωστός σχεδιασμός της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, όσοι επικεντρώθηκαν στους εργαζόμενους ανέπτυξαν διαφορετική στοχοθεσία. Μελέτησαν τους τρόπους με τους οποίους θα βελτιωνόταν το εργασιακό περιβάλλον, θα μειωνόταν η επαναληπτικότητα της εργασίας, θα αναπτυσσόταν η επικοινωνία και θα αμβλύνονταν οι αγχογόνοι παράγοντες.
Σήμερα επικρατεί η θέση ότι η ικανοποίηση από το εργασιακό περιβάλλον είναι αλληλένδετη με την υψηλή παραγωγικότητα. Με αυτήν την έννοια οι κύριες δραστηριότητες των Οργανωτικών Ψυχολόγων είναι δυνατόν να προάγουν τα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Ας εξετάσουμε λίγο περισσότερο αυτές τις δραστηριότητες.
Η ανάλυση εργασίας (job analysis) αποτελεί μία βασική ενέργεια στα πρώτα βήματα για την πλήρωση μίας θέσης. Όλοι γνωρίζουμε ότι για να επιτελέσει κάποιος μια εργασία απαιτούνται συγκεκριμένες γνώσεις. Για τους Οργανωτικούς Ψυχολόγους αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Πέρα από τις γνώσεις υπάρχουν κάποια ακόμη στοιχεία απαραίτητα για την ικανοποιητική απόδοση. Δεξιότητες, ικανότητες, χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Επί παραδείγματι το επάγγελμα του λογιστή απαιτεί φυσικά επαρκή γνώση λογιστικής. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται δεξιότητες χρήσης Η.Υ. Οι επικοινωνιακές δεξιότητες δεν αποτελούν πρωταρχικό παράγοντα, καθώς ένας λογιστής μπορεί να εργάζεται σχετικά απομονωμένος. Σε αυτήν την περίπτωση μία εσωστρεφής δομή προσωπικότητας δεν θα αποτελούσε εμπόδιο. Τα παραπάνω εξετάζονται από τον Οργανωτικό Ψυχολόγο. Χρησιμοποιεί δεδομένα από οργανωμένες βάσεις ή όταν η θέση εργασίας διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μπορεί να εφαρμόσει πιο περίπλοκες μεθοδολογίες όπως παρατήρηση, ανάλυση δειγμάτων έργου. Γενικά η συνεισφορά του συνίσταται στο ότι εξετάζει σφαιρικά και ενδελεχώς τις συμπεριφορές που σχετίζονται με μία εργασία.
Με παρόμοιο τρόπο ενεργεί και στις υπόλοιπες από τις βασικές αρμοδιότητες του σ’ έναν οργανισμό. Όταν σχεδιάζει ή εφαρμόζει μία μέθοδο επιλογής προσωπικού ή όταν αναλαμβάνει την αξιολόγηση του προσωπικού. Όταν αναπτύσσει ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ή όταν αξιολογεί τις επιπτώσεις πάνω στους εργαζομένους μίας αλλαγής στην οργάνωση. Είναι εκείνος που εφαρμόζει την επιστημονική μέθοδο με έντονο εμπειρικό προσανατολισμό στο χώρο των οργανώσεων, όπου πολύ συχνά επικρατεί μια υπερεκτίμηση του ορθολογικού στοιχείου του ανθρώπου.
Τα παραπάνω βρίσκουν εφαρμογή σε πλαίσια, όπου η Οργανωτική Ψυχολογία έχει καταξιωθεί ως χρήσιμη πρακτική. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει ακόμη στη χώρα μας. Στην καλύτερη περίπτωση θα λέγαμε ότι τώρα κρίνεται το κατά πόσο μπορεί να βρει τη θέση της στους σύγχρονους ελληνικούς οργανισμούς.
Βέβαια το αν και κατά πόσο θα καθιερωθεί, δεν αποτελεί αποτέλεσμα μόνο προσπαθειών του ίδιου του κλάδου, συνδικαλιστικών φορέων ή της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ενδέχεται να δρομολογήσουν εξελίξεις, οι οποίες ως τώρα παρέμεναν λανθάνουσες. Η οξύτατη οικονομική κρίση που διερχόμαστε αυτήν την περίοδο, αποτελεί ένα γεγονός με βαθύτατες κοινωνικές επιπτώσεις. Ανέδειξε τις θεμελιώδεις αδυναμίες της οικονομίας μας, αλλά φώτισε και αρνητικές όψεις της συνολικής οργάνωσης του κράτους.
Μία από αυτές τις αδυναμίες, που ακούγεται πια συχνά είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Εξίσου σημαντικό πρόβλημα, με ακόμη ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις αποτελεί η έλλειψη αξιοκρατίας σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Δεν θα ισχυριστώ ότι η Οργανωτική Ψυχολογία έχει τις λύσεις για αυτά τα μείζονα προβλήματα, αλλά σίγουρα μπορεί να συμβάλει σημαντικά. Η επιτακτικότητα των εξελίξεων απαιτεί μία εκ βάθρων αλλαγή πρακτικών και νοοτροπιών. Σταδιακά ωριμάζει η αποδοχή της ανάγκης για αυτές τις αλλαγές. Σε ένα τέτοιο νέο περιβάλλον η εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων στη θέση ζημιογόνων και απαρχαιωμένων πρακτικών έχει νόημα.
Ας δούμε όμως πιο πρακτικά τις ευκαιρίες που προκύπτουν για την Οργανωτική Ψυχολογία στην ελληνική κοινωνία.Όλοι έχουμε λίγο πολύ εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο καλύπτονται οι θέσεις εργασίας στη χώρα μας. Στις περιπτώσεις που επικρατεί η αναξιοκρατία δεν τίθεται καν θέμα τοποθέτησης του κατάλληλου ατόμου στη σωστή θέση ανάλογα με τις γνώσεις και τις δεξιότητές του. Όμως ακόμη και στις περιπτώσεις που θεωρούμε ότι ισχύουν αξιοκρατικά κριτήρια, υπάρχουν πάρα πολλοί παράγοντες που δεν εξετάζονται. Περιγράφοντας ένα σύστημα επιλογής προσωπικού, που ακολουθεί τις επιστημονικές αρχές της Οργανωτικής Ψυχολογίας μπορούμε να εντοπίσουμε σημαντικές αδυναμίες των σημερινών πρακτικών.
Αρχικά ο Οργανωτικός Ψυχολόγος, που θα εμπλακεί στη διαδικασία επιλογής προσωπικού θα πρέπει να διαθέτει μία λεπτομερή περιγραφή της εργασίας (job description). Όπως προανέφερα, η διαδικασία μέσα από την οποία προκύπτει η παραπάνω περιγραφή ονομάζεται ανάλυση εργασίας (job analysis). Ένας οργανισμός μπορεί να διαθέτει έτοιμη περιγραφή εργασίας, έχοντας πραγματοποιήσει αναλύσεις στο παρελθόν. Αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει ο Οργανωτικός Ψυχολόγος θα αναλάβει να πραγματοποιήσει τη διαδικασία. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χρειάζεται μία περιγραφή, η οποία να μην περιορίζεται απλά στις πανεπιστημιακές ή άλλες γνώσεις που χρειάζεται να διαθέτει ο υποψήφιος αλλά να διαθέτει πολύ πιο πλούσια στοιχεία που περιλαμβάνουν δεξιότητες, χαρακτηριστικά προσωπικότητας και επιθυμητές συμπεριφορές. Στην ελληνική πραγματικότητα ελάχιστα χρησιμοποιούνται οι περιγραφές εργασίας. Στο δημόσιο τομέα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Επί παραδείγματι, όταν προσλαμβάνεται ένας υπάλληλος γραφείου δεν εξετάζεται κατά πόσο η θέση απαιτεί δεξιότητες επικοινωνίας και επαφής με το κοινό. Δεν διερευνάται η εργασία για να φανεί κατά πόσο απαιτείται από εκείνον να διαθέτει δημιουργική σκέψη και δεξιότητες στην επίλυση προβλήματος ή απαιτείται η ικανότητα να εκτελεί κανείς με σχολαστικότητα εντολές. Το αν η θέση απαιτεί ηγετικές ή όχι ικανότητες δεν εξετάζεται με κανένα τρόπο.
Ο Οργανωτικός Ψυχολόγος διαθέτει μία σειρά από τεχνικές για να εξετάσει σε αντιπαραβολή τα χαρακτηριστικά της εργασίας μες τα χαρακτηριστικά του ατόμου που ενδιαφέρεται για εκείνη. Στόχος είναι να επιτευχθεί ο ιδανικός συνδυασμός που θα εξασφαλίσει ικανοποίηση του ατόμου από την εργασίας του, μείωση της εγκατάλειψης της θέσης και αυξημένη παραγωγικότητα.
Οι ψυχομετρικές δοκιμασίες αποτελούν ένα από τα πιο ισχυρά όπλα του Οργανωτικού Ψυχολόγου. Τεστ νοημοσύνης, προσωπικότητας, συντονισμού επιλέγονται, χορηγούνται και ερμηνεύονται από τον οργανωτικό ψυχολόγο στην προσπάθεια αναζήτησης των χαρακτηριστικών. Παρά τις κριτικές που έχουν δεχθεί κατά καιρούς τα τεστ εξασφαλίζουν εχέγγυα αντικειμενικότητας και κατ' επέκταση αξιοκρατίας, ενώ όταν συνδυάζονται με άλλες τεχνικές δίνουν αποτελέσματα με πλούτο και νόημα.
Μία ακόμη ιδιαίτερα επιτυχημένη τεχνική για την επιλογή προσωπικού αποτελούν τα κέντρα αξιολόγησης. Με τον όρο δεν περιγράφεται κάποιος χώρος αλλά μία διαδικασία που περιλαμβάνει ασκήσεις, όπου αξιολογείται η συμβατότητα του υποψηφίου με τη θέση εργασίας. Στα κέντρα αξιολόγησης ο υποψήφιος λειτουργεί σε ρεαλιστικές συνθήκες επιτρέποντας τη συλλογή πληθώρας πληροφοριών, που ενδιαφέρουν τον οργανωτικό ψυχολόγο.
Ακόμη τα δείγματα έργου αποτελούν μία τεχνική, που διαφυλάσσει την αξιοκρατία. Ούτε αυτά έχουν τύχει ευρείας διάδοσης στην Ελλάδα, με εξαίρεση τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, όπου εφαρμόζονται συχνά για την επιλογή δακτυλογράφου. Παρόλα αυτά πρόκειται για μία τεχνική που επιτρέπει στον υποψήφιο να παρουσιάσει την εργασία του σε ρεαλιστικές συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει η δυνατότητα σύγκρισης τόσο ανάμεσα σε στους υποψηφίους, όσο και ανάμεσα στο έργο του υποψηφίου και τις απαιτήσεις της εργασίας.
Μέχρι και η πολυσυζητημένη συνέντευξη βρίσκει εφαρμογή στην επιλογή προσωπικού. Στα πλαίσια της εκπαίδευσής τους οι οργανωτικοί ψυχολόγοι αποκτούν τη δυνατότητα να αξιολογούν τα οφέλη και τα μειονεκτήματα από το βαθμό δόμησης μίας συνέντευξης. Οι περισσότερο δομημένες συνεντεύξεις επιλογής προσωπικού γενικά θεωρούνται πιο έγκυρες και αξιόπιστες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου οι λιγότερο δομημένες συνεντεύξεις ενδείκνυνται σε μεγαλύτερο βαθμό για τους στόχους της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση ο Οργανωτικός Ψυχολόγος μπορεί να χρησιμοποιεί εναλλακτικά και τους δύο τύπους, χωρίς να διακυβεύεται η αντικειμενικότητα της διαδικασίας.
Κατανοούμε ότι η επιλογή των παραπάνω στον τρόπο επιλογής των εργαζομένων θα αποτελούσε μία λύση στο πρόβλημα της αναξιοκρατίας, το οποίο ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε, από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Η παρούσα οικονομική συγκυρία όμως αποτελεί ιδανική ευκαιρία να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους αδυναμίες της ελληνικής πραγματικότητας. Η αξιοποίηση της οργανωτικής ψυχολογίας αποτελεί δείγμα ότι μία πολιτική ηγεσία επιθυμεί σοβαρά να προχωρήσει σε ανατροπές.
Ένας ακόμη τομέας, ο οποίος παρουσιάζει τρομερές ελλείψεις είναι αυτός της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που συμβαίνει αυτό: Μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις, δημιουργία trust και πολλά άλλα που σχετίζονται με την αδυναμία του ανταγωνισμού να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Ένας από τους παράγοντες που επιδρούν στην παραγωγικότητα των εργαζομένων και ενδιαφέρει τον οργανωτικό ψυχολόγο αποτελεί η σχεδόν καθολική απουσία αξιολόγησης που παρατηρείται σε όλα τα εργασιακά περιβάλλοντα. Στον ιδιωτικό τομέα η αξιολόγηση εφαρμόζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις με αρκετά περιθώρια βελτίωσης. Στο δημόσιο τομέα η αξιολόγηση είναι μάλλον επιφανειακή και προσχηματική. Όπως και στην περίπτωση της επιλογής προσωπικού έτσι και στην αξιολόγηση η Οργανωτική Ψυχολογία διαθέτει μία σειρά από κατάλληλες μεθόδους και τεχνικές.
Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα παρουσιάζονται ισχυρά αντανακλαστικά αντίστασης στην αξιολόγηση μέσα από συντεχνιακές κυρίως νοοτροπίες. Μέσα στις συνθήκες τούτης της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης η αναγνώριση της αντιπαραγωγικής διάστασης της αντίστασης στην αξιολόγηση ενδέχεται να οδηγήσει σε κάμψη της. Η υιοθέτηση της αξιολόγησης σε κάθε τομέα της παραγωγικής διαδικασίας μπορεί να επιφέρει μία σειρά από ευεργετικές εξελίξεις. Η αποσύνδεση των προαγωγών από την απλή χρονολογική ωρίμανση και η σύνδεσή τους με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης είναι ένα από αυτά. Επίσης η ενίσχυση των κινήτρων για αύξηση της παραγωγικότητας μέσα από εφαρμογή συστημάτων bonus δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς την ύπαρξη ενός συστήματος αξιολόγησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Τέλος η ανατροφοδότηση που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι στο τέλος μίας διαδικασίας αξιολόγησης αποτελεί από μόνη της μία ευκαιρία στοχευμένης ανάπτυξης και εξέλιξης στους τομείς που κάποιος υστερεί.
Οι οργανωτικοί ψυχολόγοι αναπτύσσουν κριτήρια για το τι σημαίνει ικανοποιητική απόδοση σε μία εργασία. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Τα κριτήρια μπορεί να αφορούν μία θέση εργασίας ως σύνολο η εναλλακτικά πιο στοχευμένα κριτήρια για συγκεκριμένα καθήκοντα εντός μίας θέσης. Στην περίπτωση που ο στόχος εντοπίζεται στην ανάπτυξη ενός εργαζομένου η μέτρηση της απόδοσης σε συγκεκριμένα καθήκοντα προτιμάται καθώς έτσι εντοπίζονται τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία κάποιου. Τότε η ανατροφοδότηση είναι πολύ πιο στοχευμένη.
Αν και συνήθως οι υφιστάμενοι αξιολογούνται από τους προϊσταμένους τους νέες μορφές αξιολόγησης, όπως αυτή των 360 μοιρών δίνουν τη δυνατότητα πολύ πιο πολύπλευρης προσέγγισης. Εδώ κάποιος αξιολογείται από τους προϊσταμένους, τους υφισταμένους και τους ομοβάθμιους του. Παρατηρούμε μία προσπάθεια για την ύπαρξη πολλών ταυτόχρονα αξιολογητών και τεχνικών, κάτι που στόχο έχει την πολύπλευρη και αντικειμενική διαδικασία αξιολόγησης.
Η επιλογή και η αξιολόγηση προσωπικού φυσικά δεν αποτελούν τις μοναδικές αρμοδιότητες ενός Οργανωτικού Ψυχολόγου. Επέμεινα όμως καθώς στους τομείς αυτούς παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες προκλήσεις την περίοδο τούτη της έντονης κρίσης. Οποιαδήποτε διακήρυξη για εκ θεμελίων ανασυγκρότηση του κράτους και της αγοράς εργασίας θα παραμείνει κενό γράμμα αν δεν υπάρξουν δραματικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται και αξιολογούνται οι εργαζόμενοι. Στην περίπτωση λοιπόν που υπάρξει η πολιτική βούληση για αλλαγή ο ρόλος της οργανωτικής ψυχολογίας θα είναι σημαντικός. Αν αγνοηθεί και οι σχετικοί σχεδιασμοί γίνουν χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πορίσματά της θα έχει χαθεί μία ευκαιρία ουσιαστικού εκσυγχρονισμού. Ο πλούτος συσσωρευμένης γνώσης που διαθέτει η επιστήμη της Ψυχολογίας καθιστά κάθε παρέμβαση στο επίπεδο της ανθρώπινης συμπεριφοράς πεδίο δυνητικής εφαρμογής των αρχών της. Επίσης ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της εξασφαλίζει ότι το τεχνοκρατικό στοιχείο δεν θα υπερβεί τα όρια που προσήκουν.
Κατανοούμε λοιπόν ότι η Οργανωτική Ψυχολογία μπορεί να ανθίσει και να προσφέρει τα μέγιστα μέσα σε ένα ριζικά νέο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Διανύουμε ακριβώς την περίοδο εκείνη που θα αποσαφηνιστεί κατά πόσο θα δημιουργηθεί ένα τέτοιο περιβάλλον ή θα συνεχισθεί η εφαρμογή αποτυχημένων και αδιέξοδων πρακτικών.

Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Έκθεση "Παιδιαδρομή"



Πραγματοποιήθηκε στο Ζάπειο Μέγαρο έκθεση για το παιδί υπό την αιγίδα του Πανελλήνιου Ψυχολογικού Συλλόγου και του Οργανισμού Νεολαίας και Άθλησης του Δήμου Αθηναίων. Στις παράλληλες εκδηλώσεις προγραμματίστηκε ομιλία μου που τελικά για τεχνικούς λόγους δεν πραγματοποιήθηκε. Παραθέτω το κείμενο της ομιλίας:

Αγαπητοί φίλοι

Έχουμε συγκεντρωθεί εδώ, άνθρωποι με πολλές διαφορετικές ιδιότητες, αλλά με ένα βασικό κοινό σημείο: το ενδιαφέρον μας για το παιδί. Στους διαδρόμους της έκθεσης γίνεται ολοφάνερο ότι αυτό το ενδιαφέρον παίρνει πολλές μορφές. Όλες τους αποτελούν εγχειρήματα με κεντρικό άξονα και στόχο την ομαλή ανάπτυξη του παιδιού.
Συνηθίζουμε πια να διακρίνουμε την ανάπτυξη του παιδιού σε διάφορους τομείς. Σωματική, συναισθηματική, γνωστική και κοινωνική. Οι γονείς επιθυμούν να βλέπουν τα παιδιά τους να αναπτύσσονται ισόρροπα σε όλους τους τομείς. Για πολλούς αυτή η προσπάθεια σημαίνει κόπο και ενασχόληση με προσήλωση. Για κάποιους ακόμη και πηγή άγχους, καθώς πάντα υπάρχει κάτι που πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν καλύτερα, κάτι που θεωρούν ότι δεν έκανα σωστά. Είναι ελπιδοφόρο να βλέπουμε ότι μία κοινωνία προσανατολίζει τη δράση της με γνώμονα την ευτυχία των παιδιών. Φαίνεται τόσο θεμελιώδες ως πρόταγμα και αβίαστα φυσικό και αυτονόητο. Ήταν όμως πάντα έτσι; Όλοι αναγνωρίζουμε ότι πια ασχολούμαστε περισσότερο με τα παιδιά. Πρόκειται όμως για μία ποσοτική αλλαγή ή για μία αλλαγή της ποιότητας των στάσεών μας απέναντι στα παιδιά και την παιδική ηλικία;
Συνηθίζουμε να εκλαμβάνουμε τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντός μας λίγο-πολύ ως αναλλοίωτα. Όμως οι στάσεις και οι αναπαραστάσεις μας συχνά υφίστανται δραματικές μεταβολές στο πέρασμα του χρόνου. Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει και για την παιδική ηλικία. Αυτό που οι περισσότεροι μοιραζόμαστε ως εικόνα της παιδικότητας, με κοινά χαρακτηριστικά, που όλοι αναγνωρίζουμε δεν ήταν πάντα έτσι. Κάποιοι θεωρητικοί πιστεύουν ότι είναι δημιούργημα των τελευταίων τριών αιώνων. Αυτό ακριβώς θα ήθελα να διερευνήσουμε λίγο βαθύτερα. Κατανοώντας τους τρόπους με τους οποίους έχουμε αλλάξει συλλογικά, κατανοούμε ποιοι είμαστε στο εδώ και τώρα.
Στην προσπάθειά μας αυτή θα σας ζητούσα να φέρετε στο μυαλό σας μία νοερή εικόνα. Ένα μεσαιωνικό πίνακα, τον οποίο θα σας περιγράψω. Πρόκειται γα μία τυπική απεικόνιση παιδιού με ηλικία γύρω στα επτά έτη. Αν παρατηρήσουμε το παιδί της εικόνας του πίνακα Θα διακρίνουμε κάποια χαρακτηριστικά, τα οποία θα μας κάνουν εντύπωση. Το παιδί δεν έχει ίχνος αυτού που σήμερα ονομάζουμε παιδικότητα. Πρόκειται για την ακρίβεια για μία μικρογραφία ενήλικα. Η έκφραση, η διάπλαση και η ενδυμασία, όλα παραπέμπουν σε ενήλικα, ο οποίος απλά έχει αποτυπωθεί σε μικρότερη κλίμακα.
Οι κριτικοί της τέχνης είχαν από καιρό παρατηρήσει αυτό το φαινόμενο. Είχαν όμως δώσει μία ανεπαρκή μάλλον ερμηνεία. Θεωρούσαν ότι οι καλλιτέχνες στερούνταν της τεχνικής για την απεικόνιση μικρών παιδιών. Αυτό το αβασάνιστο συμπέρασμα όμως φαίνεται προβληματικό. Υπήρχαν τότε πρωτομάστορες με ανεπτυγμένες απεικονιστικές ικανότητες. Πώς ήταν δυνατόν αυτοί να μην μπορούν να αναπαραστήσουν με κάποιο τρόπο ένα παιδί; Η ερμηνεία θα πρέπει να αναζητηθεί μάλλον αλλού.
Ένας Γάλλος στοχαστής ο Philippe Ariès πρότεινε στη δεκαετία του 1960 μία προκλητική και πρωτότυπη ερμηνεία. Αφιέρωσε μεγάλο μέρος από τη ζωή και το έργο του στη στοιχειοθέτηση αυτής της θεωρίας. Αναρωτήθηκε: Μήπως δεν ήταν τεχνική αδυναμία αυτό που εμπόδιζε του καλλιτέχνες να ζωγραφίσουν ένα μικρό παιδί; Μήπως απλά δεν μπορούσαν να το κάνουν γιατί η έννοια της παιδικότητας ήταν για αυτούς κάτι ανύπαρκτο. Φυσικά αν κάποιοι καλλιτέχνες δεν μπορούσαν να συλλάβουν την έννοια της παιδικότητας, τούτο δεν αποτελούσε δυσκολία δική τους αλλά έκφραση μία ολόκληρης κοινωνίας για την οποία η παιδικότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε εμείς σήμερα, ήταν άγνωστη.
Φυσικά δεν αναφερόμαστε στη βιολογική διάσταση της παιδική ηλικίας, η οποία συνιστά ένα φυσικό φαινόμενο, που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Εννοούμε την κοινωνική της διάσταση, η οποία εκφράζεται μέσα από στάσεις απέναντι στα παιδιά και αναπαραστάσεις για το πώς αυτά είναι ή πρέπει να είναι. Σε ποιο άραγε βαθμό μοιραζόμαστε αυτές τις στάσεις και τις αναπαραστάσεις με τους ανθρώπους του παρελθόντος;
Ο Ariès εντοπίζει και άλλα στοιχεία για να υποστηρίξει ότι η εικόνα που μοιραζόμαστε για την παιδική ηλικία άρχισε να συντίθεται σταδιακά μετά τον 17ο αιώνα. Ανέδειξε το γεγονός ότι η αναγεννησιακή τέχνη διαθέτει ελάχιστες απεικονίσεις μικρών παιδιών, αν και διαθέτει πληθώρα απεικονίσεων βρεφών με πρώτο παράδειγμα εκείνο του Θείου Βρέφους. Θεωρώ ότι ανατρέχοντας στις συλλογικές μας αναμνήσεις μπορούμε να επιβεβαιώσουμε το παραπάνω εύρημα του Ariès . Όλοι μας μπορούμε να ανασύρουμε μνήμες από αναπαραστάσεις του Ιησού, τόσο βυζαντινής, όσο και δυτικής τεχνοτροπίας, σε βρεφική ηλικία. Πόσοι όμως θυμούνται ιερές εικόνες που παρουσιάζουν τον Ιησού στην ηλικία των επτά, οκτώ ή εννέα ετών; Οι σημερινές εικόνες συνεχίζουν μία εικονογραφική παράδοση αιώνων, γεγονός που μας επιτρέπει να δούμε πώς έβλεπαν τον κόσμο οι άνθρωποι του παρελθόντος.
Ο Ariès παρατήρησε ότι από το 17ο αιώνα και μετά οι απεικονίσεις μικρών παιδιών αυξάνονται δραματικά. Δείγμα του ότι ο Αναγεννησιακός κόσμος αρχίζει να αναγνωρίζει το παιδί σαν κάτι το ξεχωριστό. Πριν εξετάσουμε τη νέα εικόνα του παιδιού που σταδιακά άρχισε να συντίθεται, θα ήταν ενδιαφέρον να επιμείνουμε στην κατάσταση που επικρατούσε πριν από την έλευση των μοντέρνων χρόνων.
Ένα άλλος θεωρητικός ο De Mause την περιγράφει ως εξής: «Η ιστορία της παιδικής ηλικίας είναι ένας εφιάλτης από τον οποίο μόλις πρόσφατά ξυπνήσαμε». Συμπληρώνει δραματικά: «Όσο πιο πίσω ανατρέχει κανείς στο παρελθόν, τόσο συναντά χαμηλότερο επίπεδο φροντίδας για τα παιδιά και μεγαλύτερες πιθανότητες αυτά να σκοτωθούν, να εγκαταλειφθούν, να δαρθούν, να τρομοκρατηθούν και να κακοποιηθούν σεξουαλικά». Η παιδική ηλικία ως καταφύγιο και περίοδος ανεμελιάς δεν υπήρχε ως σύλληψη στις συλλογικές αναπαραστάσεις των ανθρώπων. Δεν υπήρχε τίποτα το ξεχωριστό στο να είναι κάποιος παιδί εκείνα το χρόνια. Πολύ συχνά σημαίνοντα πρόσωπα της εποχής σε προσωπικές καταγραφές της ζωής τους απλά αποσιωπούν οτιδήποτε σχετικό με τα παιδικά τους χρόνια. Όχι γιατί έχουν κάτι να κρύψουν, αλλά επειδή αυτή η περίοδος αντιμετωπιζόταν ως κάτι το ασήμαντο. Ως μία περίοδος που απλά έπρεπε να διανυθεί, για να φτάσει κάποιος στην ενήλικη ζωή. Είναι εντυπωσιακή η αντίθεση με τις σημερινές μας στάσεις. Σήμερα θεωρούμε ότι η παιδική ηλικία σε μεγάλο βαθμό διαμορφώνει την προσωπικότητά μας, καθορίζοντας την ποιότητα του ανθρώπου που θα είμαστε για το υπόλοιπο της ζωής μας.
Η παιδική εργασία εκείνη την περίοδο ακολουθεί το ίδιο πνεύμα. Στα παιδιά ανατίθενται εργασίες, που με τα κριτήρια της εποχής θεωρούνταν αρμόζουσες. Στις αγροτικές οικογένειες, που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού, τα μικρά παιδιά αναλάμβαναν εργασίες όπως η σπορά, το κυνήγι επιβλαβών πουλιών ή η συμμετοχή στη βόσκηση των ζώων. Όταν η οικογένεια ήταν ιδιαίτερα φτωχή αναμενόταν τα παιδιά να εργάζονται σε ξένα σπίτια. Η απειρία τους για τα πράγματα της ζωής αναγνωριζόταν αλλά αποκλειστικά με αρνητικό πρόσημο. Δεν συνοδευόταν από το θαυμασμό για την παιδική αθωότητα που υιοθετούμε σήμερα. Ήταν ένα έλλειμμα και όχι η ευκαιρία για τη διαμόρφωση ενός νέου ανθρώπου.
Μία άποψη που έχει διατυπωθεί για να ερμηνεύσει την παραπάνω κατάσταση, διαθέτει λογικοφάνεια, όμως τα δεδομένα δεν την υποστηρίζουν απόλυτα. Έχει υποστηριχθεί ότι τα μεγάλα ποσοστά θνησιμότητας των παιδιών σε εκείνους τους χρόνους απέτρεπαν τους γονείς από το να επενδύουν συναισθηματικά σε αυτά. Φαινόταν άσκοπο, αφού υπήρχε μεγάλη πιθανότητα εκείνα να πεθάνουν. Όμως έρευνες έχουν δείξει ότι σε ορισμένες περιοχές με υψηλότερη θνησιμότητα οι γονείς εμφανίζονταν πιο ζεστοί απέναντι στα παιδιά τους, ιδίως στην περίπτωση που εκείνα ασθενούσαν. Αυτό περιπλέκει την προσπάθειά μας να εξηγήσουμε κάποια πράγματα, εμποδίζοντάς μας να εξαγάγουμε στέρεα συμπεράσματα.
Μία χαρακτηριστική πρακτική της εποχής και η αλλαγή της μας καταδεικνύουν τα όρια της ευρύτερης αλλαγής. Πρόκειται για την πατρική και μητρική ευχή. Ήταν απαίτηση για τα μικρά παιδιά της εποχής να επιδιώκουν να λαμβάνουν την ευχή των γονιών τους. Συχνά δύο φορές την ημέρα. Ακόμη και σε μεγαλύτερες ηλικίες, μετά την ενηλικίωση η πρακτική διαρκούσε αν και με μικρότερη συχνότητα. Με την αλλαγή των στάσεων απέναντι στην παιδική ηλικία η ευλογία αντικαταστάθηκε με το «φιλί για καληνύχτα». Τούτο καταδεικνύει ότι οι σχέσεις έγιναν πιο ζεστές και λιγότερο εξουσιαστικές.
Ο Ariès και άλλοι στοχαστές από τη δεκαετία του 1960 προσπάθησαν να μας παρουσιάσουν μία εικόνα της παιδικής ηλικίας του παρελθόντος πιο σκοτεινή από ό,τι τη φανταζόμασταν. Όμως οι θέσεις τους γέννησαν αντιδράσεις και αντιθέσεις, που αξίζει να αναφέρουμε. Η Pollock υποστήριξε ότι οι καλλιτεχνικές απεικονίσεις των παιδιών δεν μπορούν να φωτίσουν με βεβαιότητα τις συνθήκες ζωής τους στο παρελθόν. Ακόμη λιγότερο δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υλικό για να ανασυνθέσουμε τις στάσεις που επικρατούσαν τότε για την παιδική ηλικία. Για παράδειγμα η παρουσίαση πολύ περισσότερων παιδιών σε καθημερινές δραστηριότητες σε πίνακες της Αναγέννησης δε σημαίνει ότι ο κόσμος ανακάλυψε ή δημιούργησε την παιδική ηλικία. Μάλλον σηματοδοτεί τη μεταστροφή του ενδιαφέροντος των καλλιτεχνών προς πιο καθημερινά θέματα. Τάση σύμφωνη με τους ευρύτερους καλλιτεχνικούς προσανατολισμούς της ανθρωποκεντρικής Αναγέννησης.
Για τους στοχαστές που θεωρούν ότι η παιδική ηλικία δεν άλλαξε μέσα στους αιώνες σημαντική είναι η διάκριση ανάμεσα στις πρακτικές της ζωής και της καταγραφές της τέχνης. Υποστηρίζουν ότι οι σχέσεις στοργής και ζεστασιάς πάντα επικρατούσαν ανάμεσα σε γονείς και παιδιά αλλά δεν έβρισκαν τη θέση τους στις καλλιτεχνικές απεικονίσεις για λόγους που σχετίζονταν με την ίδια την Τέχνη και τους στόχους της. Όταν επί παραδείγματι επικρατούσε θρησκευτική θεματολογία οι καλλιτέχνες επικεντρώνονταν στα πιο γνωστά θρησκευτικά θέματα. Η βρεφική ηλικία του Ιησού αναφέρεται πολύ πιο συχνά στα θρησκευτικά κείμενα από ό,τι η παιδική. Με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να ερμηνευτεί το γεγονός ότι συναντάμε τόσο συχνά τον Ιησού βρέφος κι όχι παιδί. Όταν αντίστοιχα στόχος του έργου υπήρξε ο εντυπωσιασμός μέσα από ένα οικογενειακό πορτρέτο, ήταν αναμενόμενο τα παιδιά που απεικονίζονται να παρουσιάζονται πιο σοβαρά και πιο επίσημα ντυμένα από ό,τι στην πραγματική τους ζωή.
Ακόμη και σήμερα δεν έχει επικρατήσει απόλυτα καμία από τις δύο θέσεις για την παιδική ηλικία. Όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι από τον 17ο αιώνα εμφανίζονται αλλαγές που σταδιακά τροποποιούν τον τρόπο που η κοινωνία αντιμετωπίζει την παιδική ηλικία.
Ο Lawrence Stone δίνει μία ερμηνεία για το πώς άρχισε η αλλαγή. Υποστηρίζει ότι σχετίζεται με τη Θρησκευτική Μεταρρύθμιση. Για τους Προτεστάντες η σημασία της βάπτισης είναι δευτερεύουσα. Πρωτεύουσα καθίσταται η πίστη. Όμως για να εξασφαλισθεί ότι η πίστη παραμένει στη σωστή κατεύθυνση, χρειάζεται συστηματική κατήχηση. Θεωρήθηκε ότι η κατήχηση αποδίδει καρπούς όταν ξεκινάει από τα παιδικά χρόνια. Με τον τρόπο αυτό τα παιδιά απέκτησαν τότε για πρώτη φορά μία νέα ταυτότητα: αυτή του κατηχούμενου, ο οποίος επιδέχεται συστηματική παίδευση. Η εξέλιξη αυτή, αν και άλλαξε την εικόνα του παιδιού, που ως τότε αντιμετωπιζόταν ως απλή μικρογραφία του ενήλικα, είχε και αρνητικές συνέπειες. Υπήρξε ο προάγγελος της αυταρχικής και αυστηρής μεθόδου διαπαιδαγώγησης, η οποία εξαλείφθηκε σχετικά πρόσφατα. Όταν οι ενήλικες αντιλήφτηκαν την παιδική ηλικία ως μία περίοδο μαθητείας και προετοιμασίας για τη μετέπειτα ζωή, εξάντλησαν την αυστηρότητά τους με τρόπους που συχνά έφταναν στην υπερβολή. Άλλωστε δεν είχε γεννηθεί ακόμη η ιδέα της αγαθής φύσης του παιδιού. Τα παιδιά τότε θεωρούνταν στην χειρότερη περίπτωση εγγενώς κακά (φορείς το προπατορικού αμαρτήματος) και στην καλύτερη περίπτωση ηθικά ουδέτερα.
Για την εικόνα της παιδικής ηλικίας που έχουμε σήμερα περισσότερο υπεύθυνος από οποιονδήποτε άλλο υπήρξε ο μεγάλος Γάλλος στοχαστής Jean-Jacques Rousseau. Η εικόνα της παιδικής ηλικίας που διαμόρφωσε υπήρξε η ακόλουθη: Μία σύντομη περίοδος ασυλίας και αθωότητας, καταφύγιο πριν τη συνάντηση του ανθρώπου με τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της ενήλικης ζωής. Ευθύνη των ενηλίκων είναι να διαφυλάξουν αυτό το καταφύγιο συνεπικουρώντας το παιδί στην ανακάλυψη του κόσμου, φέρνοντάς το σε επαφή με τη φύση και τα πράγματα. Η φύση το παιδιού νοείται ως πρωταρχικά καλή, ενώ η αλλοίωσή της έρχεται μέσα από την επαφή με έναν διεφθαρμένο πολιτισμό. Σε αυτό το πλαίσιο σκέψης η αυστηρή σωματική τιμωρία δεν έχει θέση.
Για πρώτη φορά στα πλαίσια της ιστορικής τούτης ανασκόπησης συναντάμε ιδέες οικίες με αυτές που κυριαρχούν στις ημέρες μας. Για να επικρατήσουν όμως καθολικά στο δυτικό κόσμο χρειάστηκαν αιώνες ενώ αποτελούν ακόμη ζητούμενο για χώρες εκτός της Δύσης.
Σήμερα έχει παγιωθεί μία εικόνα της παιδικής ηλικίας που τα χαρακτηριστικά της είναι οικεία σε όλους μας. Στα παιδιά αναγνωρίζεται πια ένα ειδικό καθεστώς, όταν πριν θεωρούνταν απλές μικρογραφίες των ενηλίκων. Η σημασία της παιδικής ηλικίας για τη μετέπειτα ανάπτυξη θεωρείται καθοριστική, ενώ στο παρελθόν αποτελούσε μία αδιάφορη περίοδο. Η επιστημονική έρευνα εντοπίζει στάδια και αναπτυξιακές προτεραιότητες προσαρμόζοντας τον κόσμος στις ανάγκες του παιδιού, ενώ στο παρελθόν το παιδί αναγκαζόταν να προσαρμοστεί βεβιασμένα στο εχθρικό κόσμο των ενηλίκων. Δημιουργείται ποικιλία ερεθισμάτων για το παιδί ή αντίστροφα γίνεται προσπάθεια να φιλτραριστούν τα ακατάλληλα ερεθίσματα, τα οποία διαχέονται πια άφθονα μέσα από τα νέα μέσα επικοινωνίας, όπως η τηλεόραση και το Διαδίκτυο. Είναι βέβαιο ότι η ιδιαιτερότητα της παιδικής ηλικίας έχει αναγνωρισθεί. Η αθωότητα του παιδιού αποτελεί αντικείμενο προστασίας το οποίο, θεωρητικά τουλάχιστον, προστατεύεται με ένταση.
Το να αποδείξουμε αν η κατάσταση που επικρατεί σήμερα συνιστά μία δραματική αλλαγή ή μία απλή μετάβαση σε ένα επόμενο στάδιο είναι πολύ δύσκολο, όπως καθετί στις κοινωνικές επιστήμες. Ιδίως όταν διερευνούμε στάσεις και αναπαραστάσεις του παρελθόντος, οι οποίες δεν αφήνουν απτά ίχνη. Στηριζόμαστε σε καλλιτεχνικά έργα και καταγραφές της καθημερινής ζωής. Προσπαθούμε να αναδείξουμε τρόπους σκέψης που έρχονται σε αντίθεση με όσα σήμερα θεωρούμε δεδομένα. Παρατηρούμε συγκρούσεις ανάμεσα σε θεωρίες και ιδεολογίες που αντιμετωπίζουν την ανάπτυξη του παιδιού με διαφορετικούς τρόπους.
Τα παραπάνω στόχο έχουν να μας επιτρέψουν να δούμε τον κόσμο του παιδιού μέσα από το πρίσμα της κάθε εποχής και όχι μέσα από το βλέμμα του σύγχρονου ανθρώπου με τις υπάρχουσες προκατασκευασμένες αντιλήψεις του.
Τι μπορούμε να κερδίσουμε όμως από αυτή την ιστορική ανασκόπηση της παιδικής ηλικίας; Τη συνειδητοποίηση ότι η εικόνα της παιδικής ηλικίας αλλάζει σε μεγάλες ιστορικές περιόδους. Δεν αποτελεί αναλλοίωτη φυσική σταθερά, αλλά κοινωνική κατασκευή με ό,τι θετικό και αρνητικό αυτό συνεπάγεται. Θετική συνέπεια αποτελεί το γεγονός ότι μας δίνεται η δυνατότητα συνεχώς να εξελίσσουμε και να εμπλουτίζουμε τον τρόπο, που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία τα παιδιά και την παιδική ηλικία. Στα αρνητικά περιλαμβάνεται το γεγονός ότι όσα έχουμε επιτύχει βρίσκονται υπό διαρκή διακινδύνευση. Μεγάλες κοινωνικές αλλαγές ενδέχεται να επηρεάσουν αυτό που σταδιακά έχουμε οικοδομήσει. Τίποτα δεν αποκλείει αρνητικές στάσεις απέναντι στην παιδική ηλικία να έλθουν ξανά στο προσκήνιο. Έχει άλλωστε συμβεί ξανά στο παρελθόν. Ανάμεσα στη θέσπιση νόμων για την κατάργηση της παιδικής εργασίας και άλλων για την υποχρεωτική εκπαίδευση μεσολάβησαν 20 χρόνια. Στο διάστημα αυτό τα παιδιά δεν επιτρεπόταν να εργάζονται αλλά δεν υποχρεώνονταν να παρακολουθούν το σχολείο. Τότε πολλά παιδιά έμεναν χωρίς παρακολούθηση, αφού και οι δύο γονείς εργάζονταν. Αντιμετωπίστηκαν τότε συνολικά ως πρόβλημα από την κοινωνία. Θεωρήθηκαν ταραξίες και μικροεγκληματίες. Η εικόνα του παιδιού εκείνη την περίοδο απέκτησε μία αρνητική χροιά. Η υποχρεωτική εκπαίδευση σύμφωνα με κάποιους εισήχθη ως λύση του παραπάνω προβλήματος.
Σήμερα φαινόμενα όπως το παραπάνω παρατηρούνται σποραδικά και σε πολύ μικρό βαθμό ευτυχώς ακόμη. Η είσοδος των κατασταλτικών αρχών στο σχολείο είναι ήδη πραγματικότητα σε ορισμένες περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Τούτη η εξέλιξη χρειάζεται να μας θυμίζει διαρκώς ότι κάθε τι που έχουμε κατακτήσει ως κοινωνία διαρκώς απειλείται από τις ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές.