Στις 10 Μαΐου πραγματοποιήθηκε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο ημερίδα του Πανελλήνιου Ψυχολογικού Συλλόγου με σκοπό την ενημέρωση φοιτητών πολιτικής νεολαίας για τις δραστηριότητες του συλλόγου. Στα πλαίσια αυτής της ημερίδας εκφώνησα ομιλία για τις προκλήσεις που προκύπτουν για την Οργανωτική Ψυχολογία τον καιρό της οικονομικής κρίσης. Παραθέτω το κείμενο της ομιλίας:
Αγαπητοί φίλοι
Ως ομιλητής εδώ σήμερα θα ήθελα να σας παρουσιάσω ορισμένα στοιχεία, που η Οργανωτική Ψυχολογία μπορεί να προσφέρει στην προσπάθεια ανασύνταξης και ανασυγκρότησης σε καιρούς οξύτατης οικονομικής κρίσης.
Όμως πριν από αυτό θα ήθελα να βεβαιωθώ ότι όλοι κατανοούμε τι ακριβώς είναι η Οργανωτική Ψυχολογία. Αν και μιλώ σε φοιτητές Ψυχολογίας δεν θεωρώ αυτή τη γνώση ως δεδομένη. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές παρανοήσεις. Μπορώ να σας αναφέρω μία μεγάλη πρωταρχική παρανόηση, που και εγώ είχα, όταν μπήκα στο χώρο. Θεωρούσα ότι η Οργανωτική Ψυχολογία ασχολείται κυρίως με το άγχος στον εργασιακό χώρο, την επίπτωσή του στον εργαζόμενο και την αντιμετώπισή του σε ατομικό επίπεδο.
Αν και το εργασιακό άγχος σίγουρα αποτελεί αντικείμενο της Οργανωτικής Ψυχολογίας η αντιμετώπισή του σε ατομικό επίπεδο δεν ανήκει στις αρμοδιότητες ενός Οργανωτικού Ψυχολόγου. Οι κλάδοι της εφαρμοσμένης ψυχολογίας με επικέντρωση στο άτομο είναι αυτοί της Κλινικής Ψυχολογίας (Clinical Psychology) και της Εργασιακής Ψυχολογίας της Υγείας (Occupational Health Psychology). Οι παρεμβάσεις της Οργανωτικής Ψυχολογίας ξεδιπλώνονται στο επίπεδο του οργανισμού, ως σύνολο. Αντίστοιχα και η έρευνα προσανατολίζεται προς την ίδια κατεύθυνση.
Η Οργανωτική Ψυχολογία είναι ένας από τους κυριότερους κλάδους της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες του Δυτικού Κόσμου. Αν και ο πιο γνωστός κλάδος με τους περισσότερους Ψυχολόγους είναι εκείνος της Κλινικής Ψυχολογίας, ο κλάδος της Οργανωτικής Ψυχολογίας είναι εκείνος με τις καλύτερες απολαβές. Στις Η.Π.Α η διαφορά ανάμεσα στους δύο κλάδους κατά μέσο όρο αγγίζει το 25%. Οργανωτικούς Ψυχολόγους χρησιμοποιούν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και δημόσιοι οργανισμοί, τουλάχιστον σε χώρες, όπου έχει εκτιμηθεί η συνεισφορά τους, τόσο στην αξιολόγηση της παραγωγικότητας όσο και τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών για τους εργαζομένους.
Είναι δυνατόν να προσεγγίζουμε την Οργανωτική Ψυχολογία από δύο οπτικές. Από την πλευρά της διοίκησης και από την πλευρά του εργαζομένου. Σήμερα γίνεται αποδεκτό ότι τα συμφέροντα των δύο πλευρών μπορούν να καταστούν συμβατά, υπό κάποιες προϋποθέσεις. Όμως αυτές οι δύο οπτικές ιστορικά είχαν διαφορετικές αφετηρίες, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και μόνο τελευταία κατάφεραν να συνδυαστούν θεωρητικά και πρακτικά.
Από την πλευρά της διοίκησης, η επιστήμη της συμπεριφοράς, η Ψυχολογία θεωρήθηκε ένα εργαλείο, που θα μπορούσε να συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας. Οι τρόποι που θα το έκαναν εφικτό ήσαν η αποτελεσματική επιλογή προσωπικού, η αποδοτική εκπαίδευση και ο σωστός σχεδιασμός της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, όσοι επικεντρώθηκαν στους εργαζόμενους ανέπτυξαν διαφορετική στοχοθεσία. Μελέτησαν τους τρόπους με τους οποίους θα βελτιωνόταν το εργασιακό περιβάλλον, θα μειωνόταν η επαναληπτικότητα της εργασίας, θα αναπτυσσόταν η επικοινωνία και θα αμβλύνονταν οι αγχογόνοι παράγοντες.
Σήμερα επικρατεί η θέση ότι η ικανοποίηση από το εργασιακό περιβάλλον είναι αλληλένδετη με την υψηλή παραγωγικότητα. Με αυτήν την έννοια οι κύριες δραστηριότητες των Οργανωτικών Ψυχολόγων είναι δυνατόν να προάγουν τα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Ας εξετάσουμε λίγο περισσότερο αυτές τις δραστηριότητες.
Η ανάλυση εργασίας (job analysis) αποτελεί μία βασική ενέργεια στα πρώτα βήματα για την πλήρωση μίας θέσης. Όλοι γνωρίζουμε ότι για να επιτελέσει κάποιος μια εργασία απαιτούνται συγκεκριμένες γνώσεις. Για τους Οργανωτικούς Ψυχολόγους αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Πέρα από τις γνώσεις υπάρχουν κάποια ακόμη στοιχεία απαραίτητα για την ικανοποιητική απόδοση. Δεξιότητες, ικανότητες, χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Επί παραδείγματι το επάγγελμα του λογιστή απαιτεί φυσικά επαρκή γνώση λογιστικής. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται δεξιότητες χρήσης Η.Υ. Οι επικοινωνιακές δεξιότητες δεν αποτελούν πρωταρχικό παράγοντα, καθώς ένας λογιστής μπορεί να εργάζεται σχετικά απομονωμένος. Σε αυτήν την περίπτωση μία εσωστρεφής δομή προσωπικότητας δεν θα αποτελούσε εμπόδιο. Τα παραπάνω εξετάζονται από τον Οργανωτικό Ψυχολόγο. Χρησιμοποιεί δεδομένα από οργανωμένες βάσεις ή όταν η θέση εργασίας διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μπορεί να εφαρμόσει πιο περίπλοκες μεθοδολογίες όπως παρατήρηση, ανάλυση δειγμάτων έργου. Γενικά η συνεισφορά του συνίσταται στο ότι εξετάζει σφαιρικά και ενδελεχώς τις συμπεριφορές που σχετίζονται με μία εργασία.
Με παρόμοιο τρόπο ενεργεί και στις υπόλοιπες από τις βασικές αρμοδιότητες του σ’ έναν οργανισμό. Όταν σχεδιάζει ή εφαρμόζει μία μέθοδο επιλογής προσωπικού ή όταν αναλαμβάνει την αξιολόγηση του προσωπικού. Όταν αναπτύσσει ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ή όταν αξιολογεί τις επιπτώσεις πάνω στους εργαζομένους μίας αλλαγής στην οργάνωση. Είναι εκείνος που εφαρμόζει την επιστημονική μέθοδο με έντονο εμπειρικό προσανατολισμό στο χώρο των οργανώσεων, όπου πολύ συχνά επικρατεί μια υπερεκτίμηση του ορθολογικού στοιχείου του ανθρώπου.
Τα παραπάνω βρίσκουν εφαρμογή σε πλαίσια, όπου η Οργανωτική Ψυχολογία έχει καταξιωθεί ως χρήσιμη πρακτική. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει ακόμη στη χώρα μας. Στην καλύτερη περίπτωση θα λέγαμε ότι τώρα κρίνεται το κατά πόσο μπορεί να βρει τη θέση της στους σύγχρονους ελληνικούς οργανισμούς.
Βέβαια το αν και κατά πόσο θα καθιερωθεί, δεν αποτελεί αποτέλεσμα μόνο προσπαθειών του ίδιου του κλάδου, συνδικαλιστικών φορέων ή της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ενδέχεται να δρομολογήσουν εξελίξεις, οι οποίες ως τώρα παρέμεναν λανθάνουσες. Η οξύτατη οικονομική κρίση που διερχόμαστε αυτήν την περίοδο, αποτελεί ένα γεγονός με βαθύτατες κοινωνικές επιπτώσεις. Ανέδειξε τις θεμελιώδεις αδυναμίες της οικονομίας μας, αλλά φώτισε και αρνητικές όψεις της συνολικής οργάνωσης του κράτους.
Μία από αυτές τις αδυναμίες, που ακούγεται πια συχνά είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Εξίσου σημαντικό πρόβλημα, με ακόμη ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις αποτελεί η έλλειψη αξιοκρατίας σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Δεν θα ισχυριστώ ότι η Οργανωτική Ψυχολογία έχει τις λύσεις για αυτά τα μείζονα προβλήματα, αλλά σίγουρα μπορεί να συμβάλει σημαντικά. Η επιτακτικότητα των εξελίξεων απαιτεί μία εκ βάθρων αλλαγή πρακτικών και νοοτροπιών. Σταδιακά ωριμάζει η αποδοχή της ανάγκης για αυτές τις αλλαγές. Σε ένα τέτοιο νέο περιβάλλον η εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων στη θέση ζημιογόνων και απαρχαιωμένων πρακτικών έχει νόημα.
Ας δούμε όμως πιο πρακτικά τις ευκαιρίες που προκύπτουν για την Οργανωτική Ψυχολογία στην ελληνική κοινωνία.Όλοι έχουμε λίγο πολύ εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο καλύπτονται οι θέσεις εργασίας στη χώρα μας. Στις περιπτώσεις που επικρατεί η αναξιοκρατία δεν τίθεται καν θέμα τοποθέτησης του κατάλληλου ατόμου στη σωστή θέση ανάλογα με τις γνώσεις και τις δεξιότητές του. Όμως ακόμη και στις περιπτώσεις που θεωρούμε ότι ισχύουν αξιοκρατικά κριτήρια, υπάρχουν πάρα πολλοί παράγοντες που δεν εξετάζονται. Περιγράφοντας ένα σύστημα επιλογής προσωπικού, που ακολουθεί τις επιστημονικές αρχές της Οργανωτικής Ψυχολογίας μπορούμε να εντοπίσουμε σημαντικές αδυναμίες των σημερινών πρακτικών.
Αρχικά ο Οργανωτικός Ψυχολόγος, που θα εμπλακεί στη διαδικασία επιλογής προσωπικού θα πρέπει να διαθέτει μία λεπτομερή περιγραφή της εργασίας (job description). Όπως προανέφερα, η διαδικασία μέσα από την οποία προκύπτει η παραπάνω περιγραφή ονομάζεται ανάλυση εργασίας (job analysis). Ένας οργανισμός μπορεί να διαθέτει έτοιμη περιγραφή εργασίας, έχοντας πραγματοποιήσει αναλύσεις στο παρελθόν. Αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει ο Οργανωτικός Ψυχολόγος θα αναλάβει να πραγματοποιήσει τη διαδικασία. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χρειάζεται μία περιγραφή, η οποία να μην περιορίζεται απλά στις πανεπιστημιακές ή άλλες γνώσεις που χρειάζεται να διαθέτει ο υποψήφιος αλλά να διαθέτει πολύ πιο πλούσια στοιχεία που περιλαμβάνουν δεξιότητες, χαρακτηριστικά προσωπικότητας και επιθυμητές συμπεριφορές. Στην ελληνική πραγματικότητα ελάχιστα χρησιμοποιούνται οι περιγραφές εργασίας. Στο δημόσιο τομέα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Επί παραδείγματι, όταν προσλαμβάνεται ένας υπάλληλος γραφείου δεν εξετάζεται κατά πόσο η θέση απαιτεί δεξιότητες επικοινωνίας και επαφής με το κοινό. Δεν διερευνάται η εργασία για να φανεί κατά πόσο απαιτείται από εκείνον να διαθέτει δημιουργική σκέψη και δεξιότητες στην επίλυση προβλήματος ή απαιτείται η ικανότητα να εκτελεί κανείς με σχολαστικότητα εντολές. Το αν η θέση απαιτεί ηγετικές ή όχι ικανότητες δεν εξετάζεται με κανένα τρόπο.
Ο Οργανωτικός Ψυχολόγος διαθέτει μία σειρά από τεχνικές για να εξετάσει σε αντιπαραβολή τα χαρακτηριστικά της εργασίας μες τα χαρακτηριστικά του ατόμου που ενδιαφέρεται για εκείνη. Στόχος είναι να επιτευχθεί ο ιδανικός συνδυασμός που θα εξασφαλίσει ικανοποίηση του ατόμου από την εργασίας του, μείωση της εγκατάλειψης της θέσης και αυξημένη παραγωγικότητα.
Οι ψυχομετρικές δοκιμασίες αποτελούν ένα από τα πιο ισχυρά όπλα του Οργανωτικού Ψυχολόγου. Τεστ νοημοσύνης, προσωπικότητας, συντονισμού επιλέγονται, χορηγούνται και ερμηνεύονται από τον οργανωτικό ψυχολόγο στην προσπάθεια αναζήτησης των χαρακτηριστικών. Παρά τις κριτικές που έχουν δεχθεί κατά καιρούς τα τεστ εξασφαλίζουν εχέγγυα αντικειμενικότητας και κατ' επέκταση αξιοκρατίας, ενώ όταν συνδυάζονται με άλλες τεχνικές δίνουν αποτελέσματα με πλούτο και νόημα.
Μία ακόμη ιδιαίτερα επιτυχημένη τεχνική για την επιλογή προσωπικού αποτελούν τα κέντρα αξιολόγησης. Με τον όρο δεν περιγράφεται κάποιος χώρος αλλά μία διαδικασία που περιλαμβάνει ασκήσεις, όπου αξιολογείται η συμβατότητα του υποψηφίου με τη θέση εργασίας. Στα κέντρα αξιολόγησης ο υποψήφιος λειτουργεί σε ρεαλιστικές συνθήκες επιτρέποντας τη συλλογή πληθώρας πληροφοριών, που ενδιαφέρουν τον οργανωτικό ψυχολόγο.
Ακόμη τα δείγματα έργου αποτελούν μία τεχνική, που διαφυλάσσει την αξιοκρατία. Ούτε αυτά έχουν τύχει ευρείας διάδοσης στην Ελλάδα, με εξαίρεση τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, όπου εφαρμόζονται συχνά για την επιλογή δακτυλογράφου. Παρόλα αυτά πρόκειται για μία τεχνική που επιτρέπει στον υποψήφιο να παρουσιάσει την εργασία του σε ρεαλιστικές συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει η δυνατότητα σύγκρισης τόσο ανάμεσα σε στους υποψηφίους, όσο και ανάμεσα στο έργο του υποψηφίου και τις απαιτήσεις της εργασίας.
Μέχρι και η πολυσυζητημένη συνέντευξη βρίσκει εφαρμογή στην επιλογή προσωπικού. Στα πλαίσια της εκπαίδευσής τους οι οργανωτικοί ψυχολόγοι αποκτούν τη δυνατότητα να αξιολογούν τα οφέλη και τα μειονεκτήματα από το βαθμό δόμησης μίας συνέντευξης. Οι περισσότερο δομημένες συνεντεύξεις επιλογής προσωπικού γενικά θεωρούνται πιο έγκυρες και αξιόπιστες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου οι λιγότερο δομημένες συνεντεύξεις ενδείκνυνται σε μεγαλύτερο βαθμό για τους στόχους της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση ο Οργανωτικός Ψυχολόγος μπορεί να χρησιμοποιεί εναλλακτικά και τους δύο τύπους, χωρίς να διακυβεύεται η αντικειμενικότητα της διαδικασίας.
Κατανοούμε ότι η επιλογή των παραπάνω στον τρόπο επιλογής των εργαζομένων θα αποτελούσε μία λύση στο πρόβλημα της αναξιοκρατίας, το οποίο ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε, από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Η παρούσα οικονομική συγκυρία όμως αποτελεί ιδανική ευκαιρία να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους αδυναμίες της ελληνικής πραγματικότητας. Η αξιοποίηση της οργανωτικής ψυχολογίας αποτελεί δείγμα ότι μία πολιτική ηγεσία επιθυμεί σοβαρά να προχωρήσει σε ανατροπές.
Ένας ακόμη τομέας, ο οποίος παρουσιάζει τρομερές ελλείψεις είναι αυτός της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που συμβαίνει αυτό: Μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις, δημιουργία trust και πολλά άλλα που σχετίζονται με την αδυναμία του ανταγωνισμού να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Ένας από τους παράγοντες που επιδρούν στην παραγωγικότητα των εργαζομένων και ενδιαφέρει τον οργανωτικό ψυχολόγο αποτελεί η σχεδόν καθολική απουσία αξιολόγησης που παρατηρείται σε όλα τα εργασιακά περιβάλλοντα. Στον ιδιωτικό τομέα η αξιολόγηση εφαρμόζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις με αρκετά περιθώρια βελτίωσης. Στο δημόσιο τομέα η αξιολόγηση είναι μάλλον επιφανειακή και προσχηματική. Όπως και στην περίπτωση της επιλογής προσωπικού έτσι και στην αξιολόγηση η Οργανωτική Ψυχολογία διαθέτει μία σειρά από κατάλληλες μεθόδους και τεχνικές.
Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα παρουσιάζονται ισχυρά αντανακλαστικά αντίστασης στην αξιολόγηση μέσα από συντεχνιακές κυρίως νοοτροπίες. Μέσα στις συνθήκες τούτης της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης η αναγνώριση της αντιπαραγωγικής διάστασης της αντίστασης στην αξιολόγηση ενδέχεται να οδηγήσει σε κάμψη της. Η υιοθέτηση της αξιολόγησης σε κάθε τομέα της παραγωγικής διαδικασίας μπορεί να επιφέρει μία σειρά από ευεργετικές εξελίξεις. Η αποσύνδεση των προαγωγών από την απλή χρονολογική ωρίμανση και η σύνδεσή τους με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης είναι ένα από αυτά. Επίσης η ενίσχυση των κινήτρων για αύξηση της παραγωγικότητας μέσα από εφαρμογή συστημάτων bonus δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς την ύπαρξη ενός συστήματος αξιολόγησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Τέλος η ανατροφοδότηση που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι στο τέλος μίας διαδικασίας αξιολόγησης αποτελεί από μόνη της μία ευκαιρία στοχευμένης ανάπτυξης και εξέλιξης στους τομείς που κάποιος υστερεί.
Οι οργανωτικοί ψυχολόγοι αναπτύσσουν κριτήρια για το τι σημαίνει ικανοποιητική απόδοση σε μία εργασία. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Τα κριτήρια μπορεί να αφορούν μία θέση εργασίας ως σύνολο η εναλλακτικά πιο στοχευμένα κριτήρια για συγκεκριμένα καθήκοντα εντός μίας θέσης. Στην περίπτωση που ο στόχος εντοπίζεται στην ανάπτυξη ενός εργαζομένου η μέτρηση της απόδοσης σε συγκεκριμένα καθήκοντα προτιμάται καθώς έτσι εντοπίζονται τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία κάποιου. Τότε η ανατροφοδότηση είναι πολύ πιο στοχευμένη.
Αν και συνήθως οι υφιστάμενοι αξιολογούνται από τους προϊσταμένους τους νέες μορφές αξιολόγησης, όπως αυτή των 360 μοιρών δίνουν τη δυνατότητα πολύ πιο πολύπλευρης προσέγγισης. Εδώ κάποιος αξιολογείται από τους προϊσταμένους, τους υφισταμένους και τους ομοβάθμιους του. Παρατηρούμε μία προσπάθεια για την ύπαρξη πολλών ταυτόχρονα αξιολογητών και τεχνικών, κάτι που στόχο έχει την πολύπλευρη και αντικειμενική διαδικασία αξιολόγησης.
Η επιλογή και η αξιολόγηση προσωπικού φυσικά δεν αποτελούν τις μοναδικές αρμοδιότητες ενός Οργανωτικού Ψυχολόγου. Επέμεινα όμως καθώς στους τομείς αυτούς παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες προκλήσεις την περίοδο τούτη της έντονης κρίσης. Οποιαδήποτε διακήρυξη για εκ θεμελίων ανασυγκρότηση του κράτους και της αγοράς εργασίας θα παραμείνει κενό γράμμα αν δεν υπάρξουν δραματικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται και αξιολογούνται οι εργαζόμενοι. Στην περίπτωση λοιπόν που υπάρξει η πολιτική βούληση για αλλαγή ο ρόλος της οργανωτικής ψυχολογίας θα είναι σημαντικός. Αν αγνοηθεί και οι σχετικοί σχεδιασμοί γίνουν χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πορίσματά της θα έχει χαθεί μία ευκαιρία ουσιαστικού εκσυγχρονισμού. Ο πλούτος συσσωρευμένης γνώσης που διαθέτει η επιστήμη της Ψυχολογίας καθιστά κάθε παρέμβαση στο επίπεδο της ανθρώπινης συμπεριφοράς πεδίο δυνητικής εφαρμογής των αρχών της. Επίσης ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της εξασφαλίζει ότι το τεχνοκρατικό στοιχείο δεν θα υπερβεί τα όρια που προσήκουν.
Κατανοούμε λοιπόν ότι η Οργανωτική Ψυχολογία μπορεί να ανθίσει και να προσφέρει τα μέγιστα μέσα σε ένα ριζικά νέο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Διανύουμε ακριβώς την περίοδο εκείνη που θα αποσαφηνιστεί κατά πόσο θα δημιουργηθεί ένα τέτοιο περιβάλλον ή θα συνεχισθεί η εφαρμογή αποτυχημένων και αδιέξοδων πρακτικών.
Αγαπητοί φίλοι
Ως ομιλητής εδώ σήμερα θα ήθελα να σας παρουσιάσω ορισμένα στοιχεία, που η Οργανωτική Ψυχολογία μπορεί να προσφέρει στην προσπάθεια ανασύνταξης και ανασυγκρότησης σε καιρούς οξύτατης οικονομικής κρίσης.
Όμως πριν από αυτό θα ήθελα να βεβαιωθώ ότι όλοι κατανοούμε τι ακριβώς είναι η Οργανωτική Ψυχολογία. Αν και μιλώ σε φοιτητές Ψυχολογίας δεν θεωρώ αυτή τη γνώση ως δεδομένη. Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλές παρανοήσεις. Μπορώ να σας αναφέρω μία μεγάλη πρωταρχική παρανόηση, που και εγώ είχα, όταν μπήκα στο χώρο. Θεωρούσα ότι η Οργανωτική Ψυχολογία ασχολείται κυρίως με το άγχος στον εργασιακό χώρο, την επίπτωσή του στον εργαζόμενο και την αντιμετώπισή του σε ατομικό επίπεδο.
Αν και το εργασιακό άγχος σίγουρα αποτελεί αντικείμενο της Οργανωτικής Ψυχολογίας η αντιμετώπισή του σε ατομικό επίπεδο δεν ανήκει στις αρμοδιότητες ενός Οργανωτικού Ψυχολόγου. Οι κλάδοι της εφαρμοσμένης ψυχολογίας με επικέντρωση στο άτομο είναι αυτοί της Κλινικής Ψυχολογίας (Clinical Psychology) και της Εργασιακής Ψυχολογίας της Υγείας (Occupational Health Psychology). Οι παρεμβάσεις της Οργανωτικής Ψυχολογίας ξεδιπλώνονται στο επίπεδο του οργανισμού, ως σύνολο. Αντίστοιχα και η έρευνα προσανατολίζεται προς την ίδια κατεύθυνση.
Η Οργανωτική Ψυχολογία είναι ένας από τους κυριότερους κλάδους της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες χώρες του Δυτικού Κόσμου. Αν και ο πιο γνωστός κλάδος με τους περισσότερους Ψυχολόγους είναι εκείνος της Κλινικής Ψυχολογίας, ο κλάδος της Οργανωτικής Ψυχολογίας είναι εκείνος με τις καλύτερες απολαβές. Στις Η.Π.Α η διαφορά ανάμεσα στους δύο κλάδους κατά μέσο όρο αγγίζει το 25%. Οργανωτικούς Ψυχολόγους χρησιμοποιούν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και δημόσιοι οργανισμοί, τουλάχιστον σε χώρες, όπου έχει εκτιμηθεί η συνεισφορά τους, τόσο στην αξιολόγηση της παραγωγικότητας όσο και τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών για τους εργαζομένους.
Είναι δυνατόν να προσεγγίζουμε την Οργανωτική Ψυχολογία από δύο οπτικές. Από την πλευρά της διοίκησης και από την πλευρά του εργαζομένου. Σήμερα γίνεται αποδεκτό ότι τα συμφέροντα των δύο πλευρών μπορούν να καταστούν συμβατά, υπό κάποιες προϋποθέσεις. Όμως αυτές οι δύο οπτικές ιστορικά είχαν διαφορετικές αφετηρίες, ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους και μόνο τελευταία κατάφεραν να συνδυαστούν θεωρητικά και πρακτικά.
Από την πλευρά της διοίκησης, η επιστήμη της συμπεριφοράς, η Ψυχολογία θεωρήθηκε ένα εργαλείο, που θα μπορούσε να συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγικότητας. Οι τρόποι που θα το έκαναν εφικτό ήσαν η αποτελεσματική επιλογή προσωπικού, η αποδοτική εκπαίδευση και ο σωστός σχεδιασμός της εργασίας. Από την άλλη πλευρά, όσοι επικεντρώθηκαν στους εργαζόμενους ανέπτυξαν διαφορετική στοχοθεσία. Μελέτησαν τους τρόπους με τους οποίους θα βελτιωνόταν το εργασιακό περιβάλλον, θα μειωνόταν η επαναληπτικότητα της εργασίας, θα αναπτυσσόταν η επικοινωνία και θα αμβλύνονταν οι αγχογόνοι παράγοντες.
Σήμερα επικρατεί η θέση ότι η ικανοποίηση από το εργασιακό περιβάλλον είναι αλληλένδετη με την υψηλή παραγωγικότητα. Με αυτήν την έννοια οι κύριες δραστηριότητες των Οργανωτικών Ψυχολόγων είναι δυνατόν να προάγουν τα συμφέροντα και των δύο πλευρών. Ας εξετάσουμε λίγο περισσότερο αυτές τις δραστηριότητες.
Η ανάλυση εργασίας (job analysis) αποτελεί μία βασική ενέργεια στα πρώτα βήματα για την πλήρωση μίας θέσης. Όλοι γνωρίζουμε ότι για να επιτελέσει κάποιος μια εργασία απαιτούνται συγκεκριμένες γνώσεις. Για τους Οργανωτικούς Ψυχολόγους αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Πέρα από τις γνώσεις υπάρχουν κάποια ακόμη στοιχεία απαραίτητα για την ικανοποιητική απόδοση. Δεξιότητες, ικανότητες, χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Επί παραδείγματι το επάγγελμα του λογιστή απαιτεί φυσικά επαρκή γνώση λογιστικής. Ταυτόχρονα όμως χρειάζεται δεξιότητες χρήσης Η.Υ. Οι επικοινωνιακές δεξιότητες δεν αποτελούν πρωταρχικό παράγοντα, καθώς ένας λογιστής μπορεί να εργάζεται σχετικά απομονωμένος. Σε αυτήν την περίπτωση μία εσωστρεφής δομή προσωπικότητας δεν θα αποτελούσε εμπόδιο. Τα παραπάνω εξετάζονται από τον Οργανωτικό Ψυχολόγο. Χρησιμοποιεί δεδομένα από οργανωμένες βάσεις ή όταν η θέση εργασίας διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, μπορεί να εφαρμόσει πιο περίπλοκες μεθοδολογίες όπως παρατήρηση, ανάλυση δειγμάτων έργου. Γενικά η συνεισφορά του συνίσταται στο ότι εξετάζει σφαιρικά και ενδελεχώς τις συμπεριφορές που σχετίζονται με μία εργασία.
Με παρόμοιο τρόπο ενεργεί και στις υπόλοιπες από τις βασικές αρμοδιότητες του σ’ έναν οργανισμό. Όταν σχεδιάζει ή εφαρμόζει μία μέθοδο επιλογής προσωπικού ή όταν αναλαμβάνει την αξιολόγηση του προσωπικού. Όταν αναπτύσσει ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης ή όταν αξιολογεί τις επιπτώσεις πάνω στους εργαζομένους μίας αλλαγής στην οργάνωση. Είναι εκείνος που εφαρμόζει την επιστημονική μέθοδο με έντονο εμπειρικό προσανατολισμό στο χώρο των οργανώσεων, όπου πολύ συχνά επικρατεί μια υπερεκτίμηση του ορθολογικού στοιχείου του ανθρώπου.
Τα παραπάνω βρίσκουν εφαρμογή σε πλαίσια, όπου η Οργανωτική Ψυχολογία έχει καταξιωθεί ως χρήσιμη πρακτική. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει ακόμη στη χώρα μας. Στην καλύτερη περίπτωση θα λέγαμε ότι τώρα κρίνεται το κατά πόσο μπορεί να βρει τη θέση της στους σύγχρονους ελληνικούς οργανισμούς.
Βέβαια το αν και κατά πόσο θα καθιερωθεί, δεν αποτελεί αποτέλεσμα μόνο προσπαθειών του ίδιου του κλάδου, συνδικαλιστικών φορέων ή της ακαδημαϊκής κοινότητας. Ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές ενδέχεται να δρομολογήσουν εξελίξεις, οι οποίες ως τώρα παρέμεναν λανθάνουσες. Η οξύτατη οικονομική κρίση που διερχόμαστε αυτήν την περίοδο, αποτελεί ένα γεγονός με βαθύτατες κοινωνικές επιπτώσεις. Ανέδειξε τις θεμελιώδεις αδυναμίες της οικονομίας μας, αλλά φώτισε και αρνητικές όψεις της συνολικής οργάνωσης του κράτους.
Μία από αυτές τις αδυναμίες, που ακούγεται πια συχνά είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Εξίσου σημαντικό πρόβλημα, με ακόμη ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις αποτελεί η έλλειψη αξιοκρατίας σε όλους τους τομείς της δημόσιας διοίκησης. Δεν θα ισχυριστώ ότι η Οργανωτική Ψυχολογία έχει τις λύσεις για αυτά τα μείζονα προβλήματα, αλλά σίγουρα μπορεί να συμβάλει σημαντικά. Η επιτακτικότητα των εξελίξεων απαιτεί μία εκ βάθρων αλλαγή πρακτικών και νοοτροπιών. Σταδιακά ωριμάζει η αποδοχή της ανάγκης για αυτές τις αλλαγές. Σε ένα τέτοιο νέο περιβάλλον η εφαρμογή επιστημονικών μεθόδων στη θέση ζημιογόνων και απαρχαιωμένων πρακτικών έχει νόημα.
Ας δούμε όμως πιο πρακτικά τις ευκαιρίες που προκύπτουν για την Οργανωτική Ψυχολογία στην ελληνική κοινωνία.Όλοι έχουμε λίγο πολύ εικόνα για τον τρόπο με τον οποίο καλύπτονται οι θέσεις εργασίας στη χώρα μας. Στις περιπτώσεις που επικρατεί η αναξιοκρατία δεν τίθεται καν θέμα τοποθέτησης του κατάλληλου ατόμου στη σωστή θέση ανάλογα με τις γνώσεις και τις δεξιότητές του. Όμως ακόμη και στις περιπτώσεις που θεωρούμε ότι ισχύουν αξιοκρατικά κριτήρια, υπάρχουν πάρα πολλοί παράγοντες που δεν εξετάζονται. Περιγράφοντας ένα σύστημα επιλογής προσωπικού, που ακολουθεί τις επιστημονικές αρχές της Οργανωτικής Ψυχολογίας μπορούμε να εντοπίσουμε σημαντικές αδυναμίες των σημερινών πρακτικών.
Αρχικά ο Οργανωτικός Ψυχολόγος, που θα εμπλακεί στη διαδικασία επιλογής προσωπικού θα πρέπει να διαθέτει μία λεπτομερή περιγραφή της εργασίας (job description). Όπως προανέφερα, η διαδικασία μέσα από την οποία προκύπτει η παραπάνω περιγραφή ονομάζεται ανάλυση εργασίας (job analysis). Ένας οργανισμός μπορεί να διαθέτει έτοιμη περιγραφή εργασίας, έχοντας πραγματοποιήσει αναλύσεις στο παρελθόν. Αν κάτι τέτοιο δεν ισχύει ο Οργανωτικός Ψυχολόγος θα αναλάβει να πραγματοποιήσει τη διαδικασία. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χρειάζεται μία περιγραφή, η οποία να μην περιορίζεται απλά στις πανεπιστημιακές ή άλλες γνώσεις που χρειάζεται να διαθέτει ο υποψήφιος αλλά να διαθέτει πολύ πιο πλούσια στοιχεία που περιλαμβάνουν δεξιότητες, χαρακτηριστικά προσωπικότητας και επιθυμητές συμπεριφορές. Στην ελληνική πραγματικότητα ελάχιστα χρησιμοποιούνται οι περιγραφές εργασίας. Στο δημόσιο τομέα είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες. Επί παραδείγματι, όταν προσλαμβάνεται ένας υπάλληλος γραφείου δεν εξετάζεται κατά πόσο η θέση απαιτεί δεξιότητες επικοινωνίας και επαφής με το κοινό. Δεν διερευνάται η εργασία για να φανεί κατά πόσο απαιτείται από εκείνον να διαθέτει δημιουργική σκέψη και δεξιότητες στην επίλυση προβλήματος ή απαιτείται η ικανότητα να εκτελεί κανείς με σχολαστικότητα εντολές. Το αν η θέση απαιτεί ηγετικές ή όχι ικανότητες δεν εξετάζεται με κανένα τρόπο.
Ο Οργανωτικός Ψυχολόγος διαθέτει μία σειρά από τεχνικές για να εξετάσει σε αντιπαραβολή τα χαρακτηριστικά της εργασίας μες τα χαρακτηριστικά του ατόμου που ενδιαφέρεται για εκείνη. Στόχος είναι να επιτευχθεί ο ιδανικός συνδυασμός που θα εξασφαλίσει ικανοποίηση του ατόμου από την εργασίας του, μείωση της εγκατάλειψης της θέσης και αυξημένη παραγωγικότητα.
Οι ψυχομετρικές δοκιμασίες αποτελούν ένα από τα πιο ισχυρά όπλα του Οργανωτικού Ψυχολόγου. Τεστ νοημοσύνης, προσωπικότητας, συντονισμού επιλέγονται, χορηγούνται και ερμηνεύονται από τον οργανωτικό ψυχολόγο στην προσπάθεια αναζήτησης των χαρακτηριστικών. Παρά τις κριτικές που έχουν δεχθεί κατά καιρούς τα τεστ εξασφαλίζουν εχέγγυα αντικειμενικότητας και κατ' επέκταση αξιοκρατίας, ενώ όταν συνδυάζονται με άλλες τεχνικές δίνουν αποτελέσματα με πλούτο και νόημα.
Μία ακόμη ιδιαίτερα επιτυχημένη τεχνική για την επιλογή προσωπικού αποτελούν τα κέντρα αξιολόγησης. Με τον όρο δεν περιγράφεται κάποιος χώρος αλλά μία διαδικασία που περιλαμβάνει ασκήσεις, όπου αξιολογείται η συμβατότητα του υποψηφίου με τη θέση εργασίας. Στα κέντρα αξιολόγησης ο υποψήφιος λειτουργεί σε ρεαλιστικές συνθήκες επιτρέποντας τη συλλογή πληθώρας πληροφοριών, που ενδιαφέρουν τον οργανωτικό ψυχολόγο.
Ακόμη τα δείγματα έργου αποτελούν μία τεχνική, που διαφυλάσσει την αξιοκρατία. Ούτε αυτά έχουν τύχει ευρείας διάδοσης στην Ελλάδα, με εξαίρεση τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, όπου εφαρμόζονται συχνά για την επιλογή δακτυλογράφου. Παρόλα αυτά πρόκειται για μία τεχνική που επιτρέπει στον υποψήφιο να παρουσιάσει την εργασία του σε ρεαλιστικές συνθήκες. Με αυτόν τον τρόπο υπάρχει η δυνατότητα σύγκρισης τόσο ανάμεσα σε στους υποψηφίους, όσο και ανάμεσα στο έργο του υποψηφίου και τις απαιτήσεις της εργασίας.
Μέχρι και η πολυσυζητημένη συνέντευξη βρίσκει εφαρμογή στην επιλογή προσωπικού. Στα πλαίσια της εκπαίδευσής τους οι οργανωτικοί ψυχολόγοι αποκτούν τη δυνατότητα να αξιολογούν τα οφέλη και τα μειονεκτήματα από το βαθμό δόμησης μίας συνέντευξης. Οι περισσότερο δομημένες συνεντεύξεις επιλογής προσωπικού γενικά θεωρούνται πιο έγκυρες και αξιόπιστες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου οι λιγότερο δομημένες συνεντεύξεις ενδείκνυνται σε μεγαλύτερο βαθμό για τους στόχους της διαδικασίας. Σε κάθε περίπτωση ο Οργανωτικός Ψυχολόγος μπορεί να χρησιμοποιεί εναλλακτικά και τους δύο τύπους, χωρίς να διακυβεύεται η αντικειμενικότητα της διαδικασίας.
Κατανοούμε ότι η επιλογή των παραπάνω στον τρόπο επιλογής των εργαζομένων θα αποτελούσε μία λύση στο πρόβλημα της αναξιοκρατίας, το οποίο ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε, από συστάσεως του ελληνικού κράτους. Η παρούσα οικονομική συγκυρία όμως αποτελεί ιδανική ευκαιρία να αντιμετωπιστούν τέτοιου είδους αδυναμίες της ελληνικής πραγματικότητας. Η αξιοποίηση της οργανωτικής ψυχολογίας αποτελεί δείγμα ότι μία πολιτική ηγεσία επιθυμεί σοβαρά να προχωρήσει σε ανατροπές.
Ένας ακόμη τομέας, ο οποίος παρουσιάζει τρομερές ελλείψεις είναι αυτός της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Υπάρχουν πάρα πολλοί λόγοι που συμβαίνει αυτό: Μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές καταστάσεις, δημιουργία trust και πολλά άλλα που σχετίζονται με την αδυναμία του ανταγωνισμού να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Ένας από τους παράγοντες που επιδρούν στην παραγωγικότητα των εργαζομένων και ενδιαφέρει τον οργανωτικό ψυχολόγο αποτελεί η σχεδόν καθολική απουσία αξιολόγησης που παρατηρείται σε όλα τα εργασιακά περιβάλλοντα. Στον ιδιωτικό τομέα η αξιολόγηση εφαρμόζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις με αρκετά περιθώρια βελτίωσης. Στο δημόσιο τομέα η αξιολόγηση είναι μάλλον επιφανειακή και προσχηματική. Όπως και στην περίπτωση της επιλογής προσωπικού έτσι και στην αξιολόγηση η Οργανωτική Ψυχολογία διαθέτει μία σειρά από κατάλληλες μεθόδους και τεχνικές.
Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα παρουσιάζονται ισχυρά αντανακλαστικά αντίστασης στην αξιολόγηση μέσα από συντεχνιακές κυρίως νοοτροπίες. Μέσα στις συνθήκες τούτης της πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης η αναγνώριση της αντιπαραγωγικής διάστασης της αντίστασης στην αξιολόγηση ενδέχεται να οδηγήσει σε κάμψη της. Η υιοθέτηση της αξιολόγησης σε κάθε τομέα της παραγωγικής διαδικασίας μπορεί να επιφέρει μία σειρά από ευεργετικές εξελίξεις. Η αποσύνδεση των προαγωγών από την απλή χρονολογική ωρίμανση και η σύνδεσή τους με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης είναι ένα από αυτά. Επίσης η ενίσχυση των κινήτρων για αύξηση της παραγωγικότητας μέσα από εφαρμογή συστημάτων bonus δεν μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς την ύπαρξη ενός συστήματος αξιολόγησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Τέλος η ανατροφοδότηση που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι στο τέλος μίας διαδικασίας αξιολόγησης αποτελεί από μόνη της μία ευκαιρία στοχευμένης ανάπτυξης και εξέλιξης στους τομείς που κάποιος υστερεί.
Οι οργανωτικοί ψυχολόγοι αναπτύσσουν κριτήρια για το τι σημαίνει ικανοποιητική απόδοση σε μία εργασία. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται η αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Τα κριτήρια μπορεί να αφορούν μία θέση εργασίας ως σύνολο η εναλλακτικά πιο στοχευμένα κριτήρια για συγκεκριμένα καθήκοντα εντός μίας θέσης. Στην περίπτωση που ο στόχος εντοπίζεται στην ανάπτυξη ενός εργαζομένου η μέτρηση της απόδοσης σε συγκεκριμένα καθήκοντα προτιμάται καθώς έτσι εντοπίζονται τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία κάποιου. Τότε η ανατροφοδότηση είναι πολύ πιο στοχευμένη.
Αν και συνήθως οι υφιστάμενοι αξιολογούνται από τους προϊσταμένους τους νέες μορφές αξιολόγησης, όπως αυτή των 360 μοιρών δίνουν τη δυνατότητα πολύ πιο πολύπλευρης προσέγγισης. Εδώ κάποιος αξιολογείται από τους προϊσταμένους, τους υφισταμένους και τους ομοβάθμιους του. Παρατηρούμε μία προσπάθεια για την ύπαρξη πολλών ταυτόχρονα αξιολογητών και τεχνικών, κάτι που στόχο έχει την πολύπλευρη και αντικειμενική διαδικασία αξιολόγησης.
Η επιλογή και η αξιολόγηση προσωπικού φυσικά δεν αποτελούν τις μοναδικές αρμοδιότητες ενός Οργανωτικού Ψυχολόγου. Επέμεινα όμως καθώς στους τομείς αυτούς παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες προκλήσεις την περίοδο τούτη της έντονης κρίσης. Οποιαδήποτε διακήρυξη για εκ θεμελίων ανασυγκρότηση του κράτους και της αγοράς εργασίας θα παραμείνει κενό γράμμα αν δεν υπάρξουν δραματικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο επιλέγονται και αξιολογούνται οι εργαζόμενοι. Στην περίπτωση λοιπόν που υπάρξει η πολιτική βούληση για αλλαγή ο ρόλος της οργανωτικής ψυχολογίας θα είναι σημαντικός. Αν αγνοηθεί και οι σχετικοί σχεδιασμοί γίνουν χωρίς να ληφθούν υπόψη τα πορίσματά της θα έχει χαθεί μία ευκαιρία ουσιαστικού εκσυγχρονισμού. Ο πλούτος συσσωρευμένης γνώσης που διαθέτει η επιστήμη της Ψυχολογίας καθιστά κάθε παρέμβαση στο επίπεδο της ανθρώπινης συμπεριφοράς πεδίο δυνητικής εφαρμογής των αρχών της. Επίσης ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της εξασφαλίζει ότι το τεχνοκρατικό στοιχείο δεν θα υπερβεί τα όρια που προσήκουν.
Κατανοούμε λοιπόν ότι η Οργανωτική Ψυχολογία μπορεί να ανθίσει και να προσφέρει τα μέγιστα μέσα σε ένα ριζικά νέο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον. Διανύουμε ακριβώς την περίοδο εκείνη που θα αποσαφηνιστεί κατά πόσο θα δημιουργηθεί ένα τέτοιο περιβάλλον ή θα συνεχισθεί η εφαρμογή αποτυχημένων και αδιέξοδων πρακτικών.