Τετάρτη 21 Ιουλίου 2010

Η παρακολούθηση σκηνών βίας απευαισθητοποιεί τους εφήβους απέναντι στη βία της καθημερινής ζωής







Σύμφωνα με νέα έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό Social Cognitive and Affective Neuroscience (κοινωνική γνωσιακή και συναισθηματική νευροεπιστήμη) η έκθεση των νέων σε σκηνές αυτού του είδους μέσα από ποικίλα Μέσα αλλοιώνει την συναισθηματική τους απόκριση στη βία και πιθανώς προάγει επιθετικές στάσεις και συμπεριφορές.
Η προηγούμενη έρευνα έχει καταδείξει ότι οι άνθρωποι ενδέχεται να γίνονται πιο επιθετικοί και λιγότερο ευαίσθητοι στην βία της πραγματικής ζωής μετά την επανειλημμένη παρακολούθηση βίαιων Μέσων. Παρόλα αυτά λίγα είναι γνωστά για το πώς ο χρόνος της παρακολούθησης και η ένταση της βίας των εικόνων επηρεάζει των εγκέφαλο των εφήβων. «Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να κατανοήσουμε αυτό, επειδή η εφηβεία είναι μία περίοδος κατά την οποία ο εγκέφαλος αλλάζει και αναπτύσσεται, ιδιαίτερα στις περιοχές εκείνες που ελέγχουν το συναίσθημα, τη σχετιζόμενη με το συναίσθημα συμπεριφορά και τις αποκρίσεις σε εξωτερικά ερεθίσματα» αναφέρει ο Δρ Jordan Grafman, ο οποίος ηγήθηκε της έρευνας.
Ο Δρ Grafman και συνάδελφοί του «στρατολόγησαν» 22 αγόρια με ηλικίες μεταξύ 14 και 17 για την έρευνα. Τα αγόρια παρακολούθησαν βίντεο με βίαιο περιεχόμενο διάρκειας τεσσάρων δευτερολέπτων. Η ένταση της βίας σε κάθε κλιπ ήταν μικρή, ήπια ή μέτρια και δεν υπήρχαν καθόλου ακραίες σκηνές. Τους ζητήθηκε να βαθμολογήσουν τη βία του κάθε κλιπ δηλώνοντας με το πάτημα ενός κουμπιού κατά πόσο το βίντεο που παρακολουθούσαν ήταν περισσότερο ή λιγότερο βίαιο από το προηγούμενο.
Τα αγόρια μελετήθηκαν με μαγνητική τομογραφία, με την οποία συνελέχθησαν στοιχεία για τη λειτουργία του εγκεφάλου τους καθώς εκείνα παρακολουθούσαν τα βίντεο. Επίσης είχαν ηλεκτρόδια συνδεδεμένα με τα δάκτυλά του χεριού για να ελεχθούν ως προς τις αποκρίσεις επιδερμικής αγωγιμότητας. Πρόκειται για μία μέθοδο μέτρησης της ηλεκτρικής αγωγιμότητας του δέρματος, η οποία διαφοροποιείται ανάλογα με τα επίπεδα της υγρασίας της επιδερμίδας και αποτελεί έναν ευαίσθητο τρόπο μέτρησης των συναισθημάτων των ανθρώπων και των αποκρίσεών τους σε εξωτερικά και εσωτερικά ερεθίσματα.
Τα δεδομένα από τις μετρήσεις έδειξαν ότι τα αγόρια έγιναν λιγότερο ευαίσθητα απέναντι στα βίντεο, όσο περισσότερο τα παρακολουθούσαν και επίσης ότι γίνονταν λιγότερο ευαίσθητα απέναντι στα βίντεο ήπιας και μέτριας βίας αλλά όχι σε εκείνα χαμηλής βίας.
Οι ερευνητές επίσης ανακάλυψαν ότι τα αγόρια τα οποία είχαν τη μεγαλύτερη έκθεση σε βίαια μέσα στην καθημερινότητάς τους, όπως μετρήθηκε από τεστ και συνεντεύξεις με τους ερευνητές, παρουσίασαν την πιο εκτεταμένη αποευαισθητοποίηση.
Σύμφωνα με τον δόκτορα Grafman : «το πιο σημαντικό νέο εύρημα είναι ότι η έκθεση στα πιο βίαια βίντεο εμποδίζει τη συναισθηματική αντίδραση σε παρόμοια βίαια βίντεο με το πέρασμα του χρόνου και υπονοεί ότι οι τυπικοί έφηβοι θα νιώθουν λιγότερα συναισθήματα καθώς θα εκτίθενται σε παρόμοια βίντεο. Το εύρημα αυτό προκύπτει από τη μειωμένη μετέπειτα εγκεφαλική δραστηριότητα, κάτι που καταδεικνύει ότι ο μετωπιαίος λοβός δεν λειτουργεί με τον τρόπο που θα έπρεπε σε ομαλές συνθήκες».
Οι συνέπειες είναι πολλές και περιλαμβάνουν την ιδέα ότι διαρκής έκθεση σε σκηνές βίας θα κάνει έναν έφηβο λιγότερο ευαίσθητο στη βία, περισσότερο δεκτικό απέναντί της και περισσότερο πιθανό ο ίδιος να προβεί σε πράξεις βίας. Το συναισθηματικό στοιχείο που συνδέεται με την επιθετικότητα αμβλύνεται. Καμία προηγούμενη έρευνα δεν έχει εξετάσει αυτή τη μορφή σε αντίστοιχη έκταση , με διερεύνηση της συμπεριφοράς και της εγκεφαλικής δραστηριότητας σε εφήβους.
Καθώς η έρευνα στρατολόγησε μόνο αγόρια, δεν είναι δυνατόν να πούμε αν το ίδιο φαινόμενο θα παρατηρηθεί και στα κορίτσια. Ο βαθμός επίπτωσης της επιθετικότητας στις γυναίκες, ακόμη και στις νεαρές έφηβες που εκτίθενται σε κάποια από τις ίδιες βιοψυχοκοινωνικές προκλήσεις με τα αγόρια, είναι χαμηλή και γεννά ερωτηματικά για το ποιοι εγκεφαλικοί μηχανισμοί συνδέονται με αυτή τη διαφορά φύλου.
Οι συγγραφείς της έρευνας συμπεραίνουν : «Υποστηρίζουμε ότι η έκθεση σε επιθετικά Μέσα καταλήγει στην άμβλυνση των συναισθηματικών αποκρίσεων, οι οποίες με τη σειρά τους μπορεί να εμποδίσουν τη σύνδεση των επιπτώσεων της επιθετικότητας με μία κατάλληλη συναισθηματική απόκριση. Κατά συνέπεια αυξάνεται η πιθανότητα να εκλαμβάνεται ως αποδεκτή συμπεριφορά η επιθετικότητα».
Ο Δρ Grafman πιστεύει ότι τα ευρήματα της έρευνας μπορούν να γενικευτούν αναφορικά με τον τρόπο, που οι άνθρωποι θα συμπεριφέρονταν σε πραγματικές συνθήκες της ζωής. Τα ηλεκτρονικά Μέσα που σχετίζονται με την επιθετικότητα πράγματι ερεθίζουν δομές του εγκεφάλου, οι οποίες κανονικά ενεργοποιούνται όταν οι άνθρωποι φαντάζονται ότι είναι επιθετικοί και επίσης όταν πραγματικά είναι επιθετικοί.