
Οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες υπολογίζεται ότι αντιπροσωπεύουν το 30 % του κινδύνου καρδιακής προσβολής, σύμφωνα με τις πληροφορίες του συγκεκριμένου άρθρου. «Οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες, που μπορεί να ευνοήσουν την αρτηριοσκλήρυνση και τις καρδιαγγειακές παθήσεις ανήκουν σε δύο γενικές κατηγορίες: Σε χρόνια στρεσογόνους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, της χαμηλής υποστήριξης από το κοινωνικό περιβάλλον, της πίεσης στο οικογενειακό περιβάλλον και της εργασιακής ανασφάλειας αφενός και σε συναισθηματικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων της μείζονος κατάθλιψης, της επιθετικότητας, του θυμού και του άγχους αφετέρου".

Ο Mats Gulliksson, MD, Ph.D. και οι συνεργάτες του στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Ουψάλα στη Σουηδία, διεξήγαγαν μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη κλινική δοκιμή της γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας (CBT) σε δείγμα 362 ανδρών και γυναικών με εξιτήριο από το νοσοκομείο μετά από ένα στεφανιαίο επεισόδιο εντός των προηγούμενων 12 μηνών. Μια ομάδα από 192 ασθενείς επιλέχθηκαν τυχαία, για να συμμετάσχουν στη γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT). Σύμφωνα με τους συγγραφείς, το πρόγραμμα είχε πέντε βασικά συστατικά με συγκεκριμένους στόχους - την εκπαίδευση, τον αυτοέλεγχο, την καλλιέργεια δεξιοτήτων, τη γνωσιακή αναδόμηση και την πνευματική ανάπτυξη - και επικεντρώθηκε στην διαχείριση του στρες, αντιμετωπίζοντας αποτελεσματικά το άγχος και μειώνοντας την εμπειρία του καθημερινού στρες, της πίεσης του χρόνου και της εχθρότητας. Η θεραπεία πραγματοποιήθηκε σε 20 δίωρες συνεδρίες κατά τη διάρκεια ενός έτους, σε μικρές ομάδες που χωρίστηκαν κατά φύλο. Οι άλλοι 170 ασθενείς έλαβαν παραδοσιακή φροντίδα.
Κατά τη διάρκεια επαναληπτικών μετρήσεων σε διάστημα 94 μηνών κατά μέσο όρο, 23 συμμετέχοντες στην ομάδα CBT απεβίωσαν, 69 (35,9%) είχαν μη θανατηφόρο καρδιαγγειακό επεισόδιο και 41 (21,4 %) είχαν μη θανατηφόρα καρδιακή προσβολή. Αυτό συγκρίνεται με 25 θανάτους, 77 μη θανατηφόρα καρδιαγγειακά επεισόδια (45,3%) και 51 μη θανατηφόρα εμφράγματα (30%) στην ομάδα παραδοσιακής φροντίδας. Οι ασθενείς στην ομάδα CBT είχαν 41 % χαμηλότερο ποσοστό τόσο των θανατηφόρων και μη θανατηφόρων εκδηλώσεων, 45 % λιγότερες επαναλαμβανόμενες καρδιακές προσβολές και χαμηλότερο ποσοστό θανάτων (28 %) από τους ασθενείς στην παραδοσιακή ομάδα φροντίδας, ποσοστό όμως μη στατιστικά σημαντικό. Συμμετοχή σε μεγαλύτερο αριθμό θεραπευτικών συνεδριών συσχετίστηκε με μια περαιτέρω μείωση των κινδύνων.
"Τα αποτελέσματα αυτά υποδηλώνουν ότι, για να επηρεαστούν η καρδιαγγειακή και η στεφανιαία νόσος, οι παρεμβάσεις πρέπει να είναι μακροχρόνιες (πιθανόν έξι έως δώδεκα μηνών), να διεξάγονται σε ομάδες και να περιλαμβάνουν ειδικές τεχνικές για την αλλαγή της συμπεριφοράς. Ένας πιθανός μηχανισμός δράσης είναι η μειωμένη συμπεριφορική και συναισθηματική αντίδραση, γεγονός που οδηγεί σε μείωση της ψυχοφυσιολογικής επιβάρυνσης στο καρδιαγγειακό σύστημα." αναφέρουν οι ερευνητές.
Τα ευρήματα έχουν ιδιαίτερη κλινική σημασία πέρα από τη στατιστική σημαντικότητά τους, σημειώνουν οι συγγραφείς." Καταδεικνύεται η δυνατότητα αποτελεσματικής προσθήκης γνωσιακής συμπεριφορικής θεραπείας (CBT) σε προγράμματα δευτεροβάθμιας φροντίδας μετά από οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου. Καθώς επιτυγχάνεται καλύτερη συμμόρφωση των ασθενών στις θεραπευτικές οδηγίες οδηγούμαστε σε καλύτερη πρόγνωση», καταλήγουν οι ερευνητές.